ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ : ΑΚΥΡΗ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΓΚΥΟΥ  (fimotro.blogspot.com)   
Ακυρη είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εγκύου, ακόμα και όταν ο εργοδότης της δεν γνωρίζει ότι αυτή τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ως σπουδαίος λόγος, μάλιστα, για την καταγγελία και την απόλυσή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί η πιθανή μείωση της απόδοσης της εργασίας της που οφείλεται στην εγκυμοσύνη
Αυτό προκύπτει από απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία δικαιώθηκε εργαζόμενη στην Κόρινθο, η οποία απολύθηκε, ενώ ήταν δύο μηνών έγκυος. Όπως υπογραμμίζεται στην αρεοπαγιτική απόφαση, σύμφωνα με τον Ν. 1483/1984, απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
Το 1997 εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα 176/1997 με το οποίο η Ελλάδα συμμορφώθηκε προς την ευρωπαϊκή οδηγία 95/85/ΕΟΚ. Έτσι, σύμφωνα με αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, «η προστασία παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της».
Επίσης, σύμφωνα με τον Αρειο Πάγο, στη νέα νομοθετική ρύθμιση δεν επαναλήφθηκε η διάταξη του Ν. 1082/1980 που απαιτούσε να γνωρίζει ο εργοδότης ότι η υπάλληλος είναι έγκυος. Ειδικότερα, οι αρεοπαγίτες δεν δέχθηκαν τον ισχυρισμό του εργοδότη ότι δεν γνώριζε την εγκυμοσύνη της υπάλληλου, η οποία απολύθηκε στις 13 Ιουλίου 2005, καθώς πρώτη φορά πληροφορήθηκε το γεγονός στις 25 Ιουλίου 2005, όταν δηλαδή προσήλθε στην Επιθεώρηση Εργασίας για συμβιβαστική επίλυση της εργατικής αυτής διαφοράς.
Η ασφάλιση εργαζομένου στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών για τις φορολογικές του δηλώσεις δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισμού της απασχόλησής ως σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, ο χαρακτηρισμός δε της σύμβασης ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη
ΑΡ. ΠΑΓΟΥ 558/2006 (Τμ. Β2)
Σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο μισθωτός υπόκειται κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ιδίως ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο αυτής, στην εποπτεία και στις δεσμευτικές οδηγίες του εργοδότη, ενώ η ελευθερία του μισθωτού περί της εκτέλεσης της εργασίας, που απορρέει σε ορισμένες περιπτώσεις από τη φύση της συγκεκριμένης εργασίας, δεν αποκλείει τον εξηρτημένο χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης.
ΑΡ. ΠΑΓΟΥ 350/2005 (Τμ. Β2)
Η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, ο οποίος επιλέγειο ίδιος βασικούς όρους απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο απο τη σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας.
ΑΡ. ΠΑΓΟΥ 28/2005 (Τακτ. Ολομ.)
Μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να αποτελέσει και η μετάθεση του μισθωτού σε άλλο τόπο από εκείνο που παρέχει την εργασία του, εφόσον έχει συμφωνηθεί το αμετάθετο, ή η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας κατώτερης από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας της συνδέουσας το μισθωτό με τον εργοδότη του.
ΑΡ. ΠΑΓΟΥ 227/2005 (Τμ. Β2)
Ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα (ΑΚ 652) που του παρέχει τη δυνατότητα να ρυθμίζει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, δικαιούται να μεταθέτει τον εργαζόμενο σε τόπο άλλον από εκείνο που μέχρι τότε εργαζόταν, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται ή δεν περιορίζεται στη συγκεκριμμένη περίπτωση από ειδική διάταξη νόμου ή από όρους σύμβασης ή δεν υπερβαίνει τα από τη διάταξη του αρθρου 281 ΑΚ καθοριζόμενα όρια.
ΑΡ. ΠΑΓΟΥ 1333/2002 (Τμ. Β')
Τα συμβαλλόμενα μέρη, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας, έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την απαγόρευση ανταγωνισμού και για το μετά τη λύση της συμβάσεως διάστημα, δια της συνομολογήσεως σχετικών προς τούτο ρητρών. Η σχετική συμφωνία δε συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό του συνταγματικού ατομικού δικαιώματος του εργαζομένου στα πλαίσια της διαγραφόμενης από τα άρθρα 189, 192, 193 και 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, διότι η συνταγματική κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών δεν αποκλείει τους συμβατικούς περιορισμούς.
Μονομ. Πρωτ. Αθηνών 1867/2005
Το άρθρο 657 του Αστικού ορίζει ότι: «Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του για το μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό τα ποσά που εξαιτίας του εμποδίου καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο από ασφάλιση υποχρεωτική από το νόμο». Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι, η ασθένεια του εργαζομένου θεωρείται σπουδαίος λόγος αποχής αυτού εκ της εργασίας του (Α.Π. 308/59 - Π.Κ. 15/61 - Α.Π. 385/64 - Εφ. Πειραιώς 917/96 κ.λπ.). Ως έτος κατά την αληθή έννοια του άρθρου 658 του Α.Κ. νοείται το εργασιακό, εκείνο δηλαδή για τον υπολογισμό του οποίου λαμβάνεται ως αφετηρία με το χρονικό σημείο ενάρξεως της συμβάσεως, ως λήξη δε η αντίστοιχη ημερομηνία του επομένου έτους και όχι το ημερολογιακό. Συνεπώς από της συμπληρώσεως των αντιστοίχων προς την ημερομηνία ενάρξεως της συμβάσεως χρονικών σημείων εργασίας, αναβιώνει η αξίωση του εργαζόμενου για τις αποδοχές το πολύ ενός μηνός (Α.Π. 152/60 - Πρ. Αθ. 977/59 - Π. Θεσ. 4016/59 - Π. Αθ. 3732/54 - Πρωτ. Πειρ. 3512/52 - Π. Αθ. 4245/52).
Η καταβολή των αποδοχών θα γίνει σε συνδυασμό προς το άρθρο 5 του Α.Ν. 178/67, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης για τις τρεις (3) πρώτες ημέρες του κωλύματος υποχρεούται στην καταβολή του μισού ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού. Από δε τις αποδοχές του υπολοίπου διαστήματος ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τα ποσά που εξαιτίας του κωλύματος καταβλήθηκαν στον μισθωτό από το ΙΚΑ (άρθρο 657 παρ. 2 Α.Κ.)
Από τον συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 653, 657, 658 και 679 του Α.Κ. και του άρθρου 1 της αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας, του ημερομισθίου», η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3248/55, προκύπτει ότι, ο κωλυόμενος κατά την έννοια του άρθρου 657 του Αστικού Κώδικα να εργασθεί μισθωτός, δικαιούται κατά τη διάρκεια του ανυπαιτίου κωλύματος και για όσο χρόνο διαρκεί, κατά το άρθρο 658 του Α.Κ., η υποχρέωση του εργοδότη, το μισθό τον οποίο θα ελάμβανε, εάν, κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσήρχετο και προσέφερε πράγματι την εργασία του.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω νομικών και νομολογιακών δεδομένων μισθωτοί που εισήλθαν σε νέο εργασιακό έτος, δικαιούνται να απουσιάσουν λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια) ένα μήνα και να λάβουν τις αντίστοιχες αποδοχές.





ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 305/2011
Σύμφωνα με η υπ' αριθμόν 305/2011 απόφαση του Εργατικού Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι ξενοδοχοϋπάλληλοι που απασχολούνται εποχικά σε περίπτωση απόλυσής τους δεν πρέπει να αποζημιώνονται και για το χρονικό διάστημα που η επιχείρηση είναι κλειστή και οι ίδιοι δεν εργάζονται.  Για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση, από τον -μετά την αρχική πρόσληψη- συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυομένου, του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο μισθωτός μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη...».

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2533/1995
Σύμφωνα με την υπ αριθμ. 2533/1995 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στην περίπτωση που ο εργοδότης τηρεί προσηκόντως τα στοιχεία που προβλέπονται από την κείμενη εργατική νομοθεσία, ήτοι αποδείξεις πληρωμής του Ν.1082/1980 (εκκαθαριστικά σημειώματα) και γενικά τηρεί τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις για την ασφάλιση του απασχολούμενου προσωπικού, όπως αυτές καθορίζονται από την παρ. 9 του άρθρου 36 του Α.Ν.1846/1951, τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ φέρουν το βάρος της απόδειξης ότι τα ασφαλιστικά δεδομένα που προκύπτουν από τα στοιχεία που τηρεί ο εργοδότης είναι εικονικά.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο, με την ως άνω απόφαση, έκρινε ότι μη νόμιμα επιβλήθηκαν εις βάρος της προσφεύγουσας στη δικαιοσύνη επιχείρησης Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) και Πράξεις Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) και συνεπώς μη νόμιμα έκρινε η Τοπική Διοικητική Επιτροπή (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ με την προσβαλλόμενη απόφασή της.
Η αιτιολογία επιβολής ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ από το Υποκατάστημα του ΙΚΑ στην προσφεύγουσα επιχείρηση ήταν ότι ασφάλιζε με διαλείπουσες ημέρες εργασίας το προσωπικό της, χωρίς να τηρεί τα στοιχεία που προβλέπει ο νόμος (σύμβαση μη περιτροπής εργασίας, παρουσιολόγιο κ.λπ.).
 








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 392/2008
Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, τροποποίηση όρων ατομικών συμβάσεων εργασίας από ΣΣΕ ή ΔΑ


Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ' όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου. Η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες, με το περιεχόμενο δηλαδή που είχε κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχειρήσεως, χωρίς καμιά μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν όμως οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκαν στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση, ρυθμίζονταν με Κανονισμό, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α, ο νέος εργοδότης δεσμεύεται από τις πηγές αυτές στην έκταση που δεσμευόταν και ο παλαιός εργοδότης. Στην περίπτωση που ο νέος εργοδότης απασχολούσε ήδη δικό του προσωπικό πριν από τη μεταβίβαση, οι κανονιστικές διατάξεις των Σ.Σ.Ε. και Δ.Α, που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού αυτού, δεν επεκτείνονται αυτοδικαίως και στο προσωπικό της επιχείρησης που μεταβιβάστηκε. Πολύ περισσότερο οι εν λόγω διατάξεις δεν καθίστανται, χωρίς ρητή συμβατική παραπομπή σ' αυτές, όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εν λόγω εργαζομένων.
Ωστόσο, οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκαν στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση μπορούν να τροποποιηθούν μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης ακόμη και επί το δυσμενέστερο, με την κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας, ή την τροποποίηση των υφισταμένων, αλλά και με την κατάρτιση νέων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. όσον αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας που στηρίζονται σ' αυτές.



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1362/2009
Απόλυση εγκύου. Απαγορεύεται η απόλυση εγκύου, ακόμη και αν το έμβρυο γεννηθεί νεκρό.


 Είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εργαζομένης, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και για το χρονικό διάστημα του ενός έτους μετά τον τοκετό, ή και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειας, που οφείλεται στην κύηση, ή στον τοκετό.


Η ίδια προστασία ισχύει και όταν το έμβρυο γεννηθεί νεκρό, γιατί στην περίπτωση αυτή υπάρχουν οι ειδικές εκείνες περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων επιβάλλεται η εργαζόμενη να τύχει ειδικής προστασίας για την αποκατάσταση του οργανισμού της, που κλονίστηκε από τον τοκετό.
Σπουδαίο λόγο για καταγγελία δεν αποτελεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη, αρκεί να υπήρξε εγκυμοσύνη και τοκετός, ανεξάρτητα από το αν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη.

ΑΠ 1592/2009 - Γνήσια σύμβαση μαθητείας και σύμβαση εξηρτημένης εργασίας 
 Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ` αρ. 324/30.5.1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνημένης εργασίας του μισθωτού, οι δε οδηγίες του εργοδότη ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας είναι δεσμευτικές για τον μισθωτό, ο οποίος έχει υποχρέωση να τις ακολουθεί και να δέχεται την άσκηση εργοδοτικού ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς τις οδηγίες αυτές. Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κύριος σκοπός είναι η παροχή εργασίας από τον μισθωτό και σ` αυτόν αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι (ΑΠ Ολ 19/1987 ΝοΒ 36,83). Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας. Επίσης στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στον μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από τον μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του τελευταίου, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του (ΑΠ Ολ 19/1987, ο.π., ΑΠ 1268/1988 ΔΕΝ 45,603, Κουκιάδη Εργατικό Δίκαιο έκδοση 1995, σελ. 271). Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως αυτής (εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου) εφαρμόζονται τόσον οι γενικές, όσον και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευομένου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος από τον μαθητευόμενο, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Α.Π. 2052|1990).


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 262/2011
Τήρηση προθεσμίας για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και η αποχώρηση του μισθωτού με συγκατάθεση του εργοδότη.


Η καταγγελία της σύβασης εργασίας αποτελεί τρόπο λύσης της σύμβασης διαφορετικό από την αποχώρηση του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 4 ν. 2112/1920 δεν έχει εφαρμογή στην τελευταία περίπτωση.
Την υποχρέωση τήρησης προθεσμίας κατά την καταγγελία της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπέχει, όχι μόνον ο εργοδότης, αλλά και ο μισθωτός.
Η προθεσμία αυτή είναι ανάλογη προς το χρόνο της προηγηθείσας διάρκειας της σύμβασης εργασίας. Για την καταγγελία, που γίνεται από το μισθωτό, προσδιορίζεται στο ήμισυ της προθεσμίας που θα έπρεπε να τηρήσει ο εργοδότης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες.
Ο εργοδότης οφείλει, είτε τηρήσει, είτε όχι, την εν λόγω προθεσμία, να καταβάλει στο μισθωτό την αναλογούσα αποζημίωση, ως προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, που αυτός επιχειρεί.
Ο μισθωτός, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης, οφείλει και αυτός να καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης, την οποία θα λάμβανε, εάν τη σύμβαση είχε καταγγείλει ο εργοδότης, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών.
Η αποζημίωση αυτή, είτε οφείλεται από τον εργοδότη, είτε από το μισθωτό, είναι κατ' αποκοπή και δεν συνδέεται προς την επέλευση πραγματικής ζημίας στα οικονομικά συμφέροντα του μέρους της σύμβασης εργασίας, προς το οποίο απευθύνεται η καταγγελία.
Στην περίπτωση συγκατάθεσης του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτού, η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού και μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή συναγόμενη εμμέσως από τη συμπεριφορά του εργοδότη, εν όψει και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά, πάντως, σαφής και αναμφίβολη.
Το γεγονός της μη εναντίωσης του εργοδότη από την διατύπωση από τον μισθωτό της αποχώρησής του μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής παύσης της εργασίας, μπορεί να συναχθεί ότι ο εργοδότης έδωσε σιωπηρά και αναμφίβολα στον μισθωτό την συγκατάθεσή του για να αποχωρήσει από την υπηρεσία.
Στην αποχώρηση του μισθωτού με συγκατάθεση, δεν τίθεται ζήτημα αποζημίωσης του εργοδότη για άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτού.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 491/2011
Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία και ετοιμότητα κλήσης.
Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, με την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται, ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Σε αυτή την μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας.
Η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σε αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ.
Αντίθετα στην μη γνήσια (απλή) ετοιμότητας προς εργασία, ή ετοιμότητα κλήσης, όπου ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στην διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, παραμένοντας απλώς, είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος, είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, που έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, δεν εφαρμόζονται, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής, ή υπερωριακής εργασίας, ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.
Και στις δύο περιπτώσεις οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί ο ειθισμένος μισθός. Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας.



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 226/2011
Απόλυση εργαζομένων λόγω μεταβίβασης επιχείρησης.
Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης, ή εγκατάστασης δε συνιστά αυτή καθ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων.
Δεν εμποδίζεται όμως, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργάνωσης, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού.
Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, εν όψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, είναι άκυρες.
Οι απολύσεις όμως, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων με σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προοπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά με τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση, δεν απαγορεύονται.
Η απόλυση εργαζομένων, που δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, ή τεχνικούς, ή οργάνωσης της επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά, λόγω συγχώνευσης της επιχείρησης και προκειμένου να ωφεληθεί η συγχωνεύουσα από τη μείωση των λειτουργικών της εξόδων και δη της καταβολής μισθών, απαγορεύεται και είναι άκυρη.



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 313/2011
Μετάθεση εργαζομένου κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.
Ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφ όσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί. Για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβίωσης αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακίνησης νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, γιατί αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη.
Αν η μετάθεση δεν δικαιολογείται από κάποιο υπηρεσιακό λόγο, ή ιδιαίτερη ανάγκη της επιχείρησης, αλλά έγινε εκ λόγων εκδίκησης των αρμοδίων οργάνων αυτής προς τον εργαζόμενο, η μετάθεση είναι καταχρηστική.



ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 584/2011
Δαπανηθέντα ποσά για εκπαίδευση εργαζομένου.

Το χρηματικό ποσό, που δαπάνησε ο εργοδότης για την εκπαίδευση του εργαζομένου με την προοπτική μετά την εκπαίδευσή του, να τον απασχολήσει με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δεν αναζητείται με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έστω και αν αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.



ΣτΕ  1363/2011
Επίσχεση εργασίας και υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.


Εφόσον κατά τον χρόνο της επίσχεσης παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση του εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α.Δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός της μη πραγματικής απασχόλησης του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων που θα απολάμβανε αν είχε εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση εργασίας.
Αν, ειδικότερα, ο εργαζόμενος απασχολείται με ειδικότητα η οποία υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι ειδικές περί των επαγγελμάτων αυτών διατάξεις εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή, θεωρείται, δηλαδή, ο χρόνος της επίσχεσης εργασίας ως χρόνος απασχόλησης στα ανωτέρω επαγγέλματα. 



 Άρειος Πάγος 897/2012
Καταχρηστική η απόλυση λόγω εμπάθειας, έχθρας, ή εκδκητικότητας
Η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται από λόγους που βρίσκονται καταφανώς έξω από τις γενικές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ, όπως όταν ενέχουν εμπάθεια, έχθρα ή εκδικητικότητα συνεπεία προηγηθείσας, νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία δεν ήταν αρεστή στον εργοδότη. Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η καταγγελία αποβλέπει μεν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εργοδότη, επιφέρει, όμως, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στον εργαζόμενο, που χάνει τη θέση εργασίας, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ τού, εκάστοτε, χρησιμοποιουμένου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού

Άρειος Πάγος 177 / 2013 περί παραγραφής αποζημίωσης απόλυσης

Η διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 του Ν. 3198/55, κατά την οποία: "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Ν. 2112/1920 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος εφ` όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή", αφορά αγωγή περί καταβολής αποζημιώσεως που οφείλεται σύμφωνα με το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920, ήτοι εκείνης που είναι ίση με το σύνολο των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε ο απολυόμενος μισθωτός κατά τον χρόνο προ του οποίου θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920, να γίνει η καταγγελία και όχι αγωγή που αφορά πρόσθετη αποζημίωση συμφωνημένη νομίμως, πέραν της οριζομένης από τον ως άνω ν. 2112/1920 (άρθρ. 1 παράγρ. 1 Ν. 2112/20, 361 ΑΚ). 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια :