Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
  • Αρχική
  • Forum
  • Επικοινωνία
  • Όροι χρήσης
  •  photo facebook1_zpsc7dba044.png
  •  photo ee1ffd32-aefd-478e-8235-1b0a077dd06d_zps7b245b56.png
  •  photo googleplus1_zps9d69dc86.png
  •  photo rss1_zps8d1c4a62.png

14 Ιουν 2017

Εγκύκλιος ΟΑΕΔ για τους περιστασιακά απασχολούμενους ανέργους

Εγκύκλιος ΟΑΕΔ για τους περιστασιακά απασχολούμενους ανέργους

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ 
ΔΙΟΙΚΗΣΗ Α' ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ -Α6 ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ 

Α.Π.: 38857/26.05.17


ΘΕΜΑ: «Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ.92 του ν. 4461/2017 σχετικά με την περιστασιακή εργασία των εγγεγραμμένων ανέργων» 

Με το άρθρ. 92 του ν. 4461/2017 (Α'/38/28.03.2017): «Περιστασιακή εργασία εγγεγραμμένων ανέργων» ρυθμίζεται το θέμα της περιστασιακής απασχόλησης των εγγεγραμμένων ανέργων ως εξής: «Άνεργοι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που πραγματοποίησαν ως και εβδομήντα (70) ημερομίσθια ανά δωδεκάμηνο, μπορούν με αίτησή τους προς τον ΟΑΕΔ να βεβαιώνουν συνεχή χρόνο ανεργίας, αφαιρουμένου του ως άνω χρόνου εργασίας τους και κάθε χρονικού διαστήματος κατά το οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένοι άνεργοι». Η ως άνω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής από της δημοσιεύσεως του νόμου, δηλαδή από την 28.03.2017, αφορά σε όλους τους εγγεγραμμένους ανέργους, επιδοτούμενους ή μη, και εισάγει υπό προϋποθέσεις τη δυνατότητα αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας, παρά την παρεμβολή εντός αυτού «περιστασιακής» απασχόλησης.
 Ως περιστασιακή απασχόληση ορίζεται η πραγματοποίηση κατά μέγιστο όριο 70 ημερομισθίων ανά δωδεκάμηνο.
 Ως ημερομίσθιο νοείται κάθε βεβαιωμένη από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα ημέρα εργασίας οποιουδήποτε τύπου, πλήρους, μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, καθώς και  κάθε βεβαιωμένη με εργόσημο ημέρα εργασίας. Συνεπώς, τα αναφερόμενα στη διάταξη ημερομίσθια είναι ημέρες ασφάλισης, για τον υπολογισμό των οποίων ακολουθείται η συνήθης διαδικασία [λαμβάνονται υπ' όψιν τυχόν προσαυξήσεις (π.χ. περιπτώσεις οικοδόμων) και ημέρες αδείας (π.χ. περιπτώσεις οικοδόμων, ξενοδοχοϋπαλλήλων κ.ο.κ.), οι δε δεκαδικοί αριθμοί στρογγυλοποιούνται προς όφελος των ασφαλισμένων (π.χ. οι 70,6 ημέρες θα στρογγυλοποιηθούν σε 70)]. 
Οι ως άνω 70 ημέρες εργασίας πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί είτε συνεχόμενα είτε σποραδικά κατά τη διάρκεια ενός 12μηνου. Η διαδικασία αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας, άρα και υπολογισμού του 12μηνου, ξεκινά από τον ασφαλισμένο με την υποβολή σχετικής αιτήσεώς του στην Υπηρεσία του ΟΑΕΔ. Καταληκτική ημερομηνία του εξατομικευμένου 12μήνου αποτελεί η ημερομηνία υποβολής της εκάστοτε νέας αίτησης του συγκεκριμένου ανέργου, η δε ημερομηνία έναρξης αυτού είναι η ίδια ημέρα του ίδιου μήνα του προηγούμενου έτους, ενώ και κατά τις δύο ημερομηνίες ο ασφαλισμένος πρέπει να είναι εγγεγραμμένος άνεργος, για να μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη. Αν, για παράδειγμα, άνεργος εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων την 01.04.2017 υποβάλλοντας σχετική αίτηση, το 12μηνο αναφοράς αρχίζει την 01.04.2016, κατά την οποία ο ασφαλισμένος πρέπει, επίσης, να είναι εγγεγραμμένος άνεργος, και λήγει την 01.04.2017. 
Ο ακριβής αριθμός των ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν εντός του 12μηνου και το συγκεκριμένο διάστημα απασχόλησης στο οποίο αυτές αντιστοιχούν αποδεικνύονται είτε με αυτεπάγγελτη αναζήτηση (μέσω των υφιστάμενων εφαρμογών διαλειτουργικότητας) είτε/και από τα σχετικά δικαιολογητικά που οι Υπηρεσίες ζητούν από τους αιτούντες να προσκομίσουν, όταν η αναζήτηση με ηλεκτρονικό τρόπο δεν είναι εφικτή (δικαιολογητικά που ζητούνται και για την τακτική επιδότηση λόγω ανεργίας). Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που έχουν πραγματοποιήσει ημέρες εργασίας κατά τον τελευταίο μήνα του εξατομικευμένου 12μηνου, οι οποίες και δεν απεικονίζονται στον ατομικό λογαριασμό τους, είναι δυνατή η εξέταση της αίτησης και η αναγνώριση συνεχόμενου χρόνου ανεργίας με την προσκόμιση του εντύπου «βεβαίωση εργοδότη» για τις εγγραφές της ΑΠΔ του μήνα αυτού.
Οι Υπηρεσίες, ωστόσο, οφείλουν να παρακολουθούν τις περιπτώσεις αυτές και, αν τυχόν διαπιστωθεί εκ των υστέρων ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω διάταξη (π.χ. υπέρβαση των 70 ημερών εργασίας), οφείλουν να προβαίνουν σε ανάκληση της εκδοθείσας βεβαίωσης και γνωστοποίηση αυτής τόσο στον ασφαλισμένο όσο και στον αναφερόμενο στην αίτηση φορέα, στον οποίο αυτή επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί.
Κατά την εγγραφή του στο Μητρώο ο ασφαλισμένος ενημερώνεται για τη δυνατότητα που του προσφέρει η νέα διάταξη και δηλώνει ενυπόγραφα ότι έλαβε γνώση αυτής. 
Με την υποβολή της αιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου:
• Υπολογίζεται το 12μηνο, ως ορίζεται ανωτέρω, στο ΟΠΣ του Οργανισμού. 
• Επιβεβαιώνεται ότι τόσο κατά την ημερομηνία έναρξης όσο και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μηνου ο αιτών ήταν εγγεγραμμένος άνεργος (το δελτίο ανεργίας που ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης του 12μηνου θα ονομάζεται εφεξής «δελτίο έναρξης εξατομικευμένου 12μήνου» για την κατανόηση της εγκυκλίου).
• Ελέγχονται τα διαστήματα απασχόλησης από τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά ή/και από ηλεκτρονική αναζήτηση.
• Καταχωρίζονται αθροιστικά οι ημέρες ασφάλισης εντός του διαστήματος αυτού, που δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν τις 70.
• Αναγνωρίζεται άμεσα συνεχόμενος χρόνος ανεργίας για το διάστημα από της εκδόσεως του δελτίου έναρξης εξατομικευμένου 12μηνου έως της ημερομηνίας εκδόσεως της σχετικής απόφασης ή, εφόσον το δελτίο έχει διαγραφεί πριν από αυτήν (και οπωσδήποτε μετά την υποβολή της αίτησης), έως την προηγουμένη της διαγραφής του δελτίου.
• Εκδίδεται κατά τη συνήθη διαδικασία βεβαίωση συνεχόμενου χρόνου ανεργίας, όμως, από τον αναγνωριζόμενο χρόνο ανεργίας αφαιρείται όλο το χρονικό διάστημα που καλύπτουν οι εκάστοτε προσλήψεις στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι ημέρες εργασίας καθώς και ο τυχόν χρόνος μη εγγεγραμμένης ανεργίας. Εξυπακούεται ότι οποιαδήποτε μεταβολή προκύπτει στα δελτία ανεργίας (π.χ. ανάκληση δελτίου για οποιονδήποτε λόγο κ.ο.κ.) επιφέρει αναλόγως και ανάκληση των σχετικών βεβαιώσεων. 
Στην περίπτωση που προηγούνται του 12μηνου αναφοράς της εκάστοτε αίτησης διαδοχικά 12μηνα κατά τα οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, η εκδιδόμενη βεβαίωση θα συμπεριλαμβάνει όλο το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως του παλαιότερου σε χρονική σειρά δελτίου έναρξης εξατομικευμένου 12μήνου έως της ημερομηνίας έκδοσης της αποφάσεως επί του αιτήματος - ή έως την προηγουμένη της διαγραφής του δελτίου, εφόσον το δελτίο έχει διαγραφεί πριν από αυτήν (Παράδειγμα 4). 
Διευκρινίζεται, επιπλέον, ότι: 
• Από τη διάταξη δεν αίρεται το υφιστάμενο πλαίσιο διαγραφής του δελτίου ανεργίας με την ανάληψη εργασίας: τα δελτία ανεργίας διαγράφονται με την ανάληψη έστω και μίας ημέρας εργασίας και επανεκδίδονται με τη λύση της εργασιακής σχέσης.
• Η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής, αποκλειστικά και μόνο όταν η κατάσταση ανεργίας διακόπτεται λόγω ανάληψης εργασίας.
• Η παράλειψη ανανέωσης του δελτίου ανεργίας δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας διάταξης. Σε αυτήν την περίπτωση τα αιτήματα που υποβάλλονται για αναγνώριση συνεχόμενου χρόνου ανεργίας απορρίπτονται (Παραδείγματα 5 και 6).
• Η μη άμεση εγγραφή στα Μητρώα Ανέργων μετά τη λήξη της περιστασιακής απασχόλησης δεν αποτελεί λόγο μη εφαρμογής της διάταξης. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα εγγραφής υφίσταται καθ' όλη τη διάρκεια του εξατομικευμένου 12μήνου (Παράδειγμα 3). 
• Η ανάληψη εργασίας επιφέρει σε κάθε περίπτωση την αναστολή της επιδότησης λόγω ανεργίας. Κάθε άλλη οδηγία ή εγκύκλιος που έρχεται σε αντίθεση με τα ανωτέρω (π.χ. σχετικά με τη μερική ή σποραδική - εκ περιτροπής απασχόληση) καταργείται. 
• Με βάση τις αρχές της ασφάλειας και βεβαιότητας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη Διοίκηση, από την παρούσα δεν επέρχεται καμία μεταβολή στις υφιστάμενες κατά την έκδοση αυτής τακτικές επιδοτήσεις λόγω ανεργίας στις οποίες εφαρμόζονται ήδη οι οδηγίες της υπ' αριθμ. 103160/28.02.91 εγκυκλίου.
 Περιπτώσεις έκφρασης αντιρρήσεων εκ μέρους των αιτούντων ως προς την εκδοθείσα απόφαση επί των αιτημάτων τους θα εξετάζονται ως διοικητικές προσφυγές από τις αρμόδιες επιτροπές εκδίκασης προσφυγών.
 Σχετικά με τη μηχανογραφική υλοποίηση της παρούσας θα ακολουθήσουν οδηγίες από τις αρμόδιες Δ/νσεις Μηχανογράφησης και Συντονισμού και Ανάπτυξης Δικτύων Υπηρεσιών Απασχόλησης. 

Παραδείγματα:
1. Άνεργος εγγράφεται στο Μητρώο την 01.04.2013 και διατηρεί ενεργό δελτίο έως την 31.05.2017. Την 01.06.2017 διαγράφεται το δελτίο του, επειδή αναλαμβάνει εργασία όπου και απασχολείται για 5 μήνες, δηλαδή έως την 31.10.2017, πραγματοποιώντας συνολικά 50 ημέρες εργασίας. Την 07.11.2017 εγγράφεται στο Μητρώο και την 30.11.2017 αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Το 12μηνό του εκτείνεται κατά το διάστημα από 30.11.2016 έως 30.11.2017.
Το αίτημά του γίνεται δεκτό καθώς:
 • ήταν εγγεγραμμένος άνεργος τόσο κατά την ημερομηνία έναρξης όσο και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μηνου, 
• κατά τη διάρκεια του 12μηνου έχει πραγματοποιήσει λιγότερες από 70 ημέρες ασφάλισης. Στον ασφαλισμένο αναγνωρίζεται, π.χ. τη 02.12.2017 κατά την οποία εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος άνεργος, συνεχόμενος χρόνος ανεργίας για το διάστημα από 01.04.2013 έως 02.12.2017, αφαιρουμένου του διαστήματος από 01.06.2017 έως 31.10.2017, κατά το οποίο απασχολούνταν.

 2.α. Εγγεγραμμένος άνεργος στο Μητρώο από την 01.04.2014 αναλαμβάνει εργασία την 01.04.2016 και διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του. Εργάζεται έως την 30.06.2016, οπότε λήγει η σύμβασή του, και την 01.07.2016 επανεγγράφεται στο Μητρώο. Κατά το διάστημα απασχόλησής του από 01.04.2016 έως 30.06.2016 έχουν βεβαιωθεί στον ατομικό λογαριασμό του 50 ημέρες ασφάλισης. Την 01.11.2016 συνάπτει σύμβαση μίας ημέρας, διαγράφεται το δελτίο του, και τη 02.11.2016 εγγράφεται εκ νέου στο Μητρώο. Την 01.04.2017, κατά την οποία παραμένει εγγεγραμμένος άνεργος, αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Το 12μηνο αναφοράς ανατρέχει στο χρονικό διάστημα από 01.04.2016 έως 01.04.2017. Κατά την 01.04.2016, όμως, ο ασφαλισμένος δεν ήταν άνεργος, οπότε το αίτημά του δεν ικανοποιείται.
 β. Ο ίδιος ασφαλισμένος υποβάλλει αίτηση την 31.03.2017. Το 12μηνο αναφοράς εκτείνεται από 31.03.2016 έως 31.03.2017. Στην περίπτωση αυτή καθώς και κατά την ημερομηνία έναρξης και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μήνου πληρούται η προϋπόθεση της εγγεγραμμένης ανεργίας, η Υπηρεσία μπορεί να προβεί στην καταμέτρηση των ημερών ασφάλισης. Επειδή αυτές δεν υπερβαίνουν τις 70, το αίτημα ικανοποιείται και αναγνωρίζεται, π.χ. την 01.04.2017, συνεχόμενος χρόνος εγγεγραμμένης ανεργίας για το διάστημα από 01.04.2014 (ημερομηνία έκδοσης δελτίου έναρξης εξατομικευμένου 12μήνου) έως 01.04.2017 (ημερομηνία έκδοσης της απόφασης), αφαιρουμένου του διαστήματος από 01.04.2016 έως 30.06.2016 και της 01.11.2016.
 γ. Αν ο ίδιος ασφαλισμένος υπέβαλε την αίτησή του την 31.03.2017, αλλά κατά το διάστημα της απασχόλησής του από 01.04.2016 έως 30.06.2016 είχε πραγματοποιήσει 75 ημέρες ασφάλισης, δεν θα ενέπιπτε στη διάταξη του νόμου λόγω υπέρβασης των 70 ημερών και δεν θα αναγνωριζόταν συνεχόμενος χρόνος ανεργίας.

 3. Εγγεγραμμένος άνεργος στο Μητρώο από την 01.04.2015 αναλαμβάνει εργασία την 01.04.2016 και διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του. Εργάζεται έως την 30.06.2016, οπότε λήγει η σύμβασή του. Κατά το διάστημα απασχόλησής του από 01.04.2016 έως 30.06.2016 έχουν βεβαιωθεί στον ατομικό λογαριασμό του 50 ημέρες ασφάλισης. Μολονότι μετά τη λήξη της σύμβασής του δεν εργάζεται εκ νέου, στο Μητρώο Ανέργων επανεγγράφεται αρκετά μεταγενέστερα από τη λήξη αυτής, π.χ. την 01.11.2016, και παραμένει εγγεγραμμένος άνεργος έως την 31.03.2017, οπότε και αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Την 01.04.2017 το δελτίο του διαγράφεται λόγω ανάληψης εργασίας. Το 12μηνο του ασφαλισμένου εκτείνεται κατά την περίοδο από 31.03.2016 έως 31.03.2017.
 Το αίτημά του γίνεται δεκτό, καθώς:
 • ήταν εγγεγραμμένος άνεργος τόσο κατά την ημερομηνία έναρξης όσο και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μήνου,
 • η εγγεγραμμένη ανεργία του διεκόπη λόγω ανάληψης εργασίας, 
 • κατά τη διάρκεια του 12μηνου έχει πραγματοποιήσει λιγότερες από 70 ημέρες ασφάλισης. Στον ασφαλισμένο αναγνωρίζεται την 01.04.2017 συνεχόμενος χρόνος ανεργίας για το διάστημα από 01.04.2015 έως 31.03.2017 (προηγουμένη της διαγραφής του δελτίου), αφαιρουμένου του διαστήματος από 01.04.2016 έως 31.10.2016 (από 01.04.2016 έως 30.06.2016 λόγω της απασχόλησης και από 01.07.2016 έως 31.10.2016 λόγω μη εγγεγραμμένης ανεργίας).

 4. Εγγεγραμμένος άνεργος στο Μητρώο από την 01.04.2016 αναλαμβάνει εργασία από 01.06.2016 και διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του. Απασχολείται έως την 31.08.2016. Κατά το διάστημα απασχόλησής του πραγματοποιεί 60 ημέρες εργασίας. Την 01.09.2016 εγγράφεται εκ νέου στο Μητρώο και ανανεώνει το δελτίο του στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα. Την 01.05.2017, κατά την οποία έχει δελτίο ανεργίας σε ισχύ, αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Το 12μηνό του εκτείνεται κατά το διάστημα από 01.05.2016 έως 01.05.2017. Καθώς ήταν εγγεγραμμένος άνεργος και κατά την ημερομηνία έναρξης και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μηνου, κατά δε τη διάρκεια αυτού είχε πραγματοποιήσει μόνο 60 ημέρες εργασίας, η Υπηρεσία αναγνωρίζει, π.χ. αυθημερόν, συνεχόμενο χρόνο ανεργίας για το διάστημα από 01.04.2016 (ημερομηνία έκδοσης δελτίου έναρξης εξατομικευμένου 12μηνου) έως 01.05.2017, αφαιρουμένου του διαστήματος από 01.06.2016 έως 31.08.2016. Την 01.06.2017 διαγράφεται εκ νέου το δελτίο ανεργίας του ασφαλισμένου λόγω ανάληψης εργασίας, από την οποία και απολύεται την 31.08.2017 με βεβαιωμένες και πάλι 60 ημέρες εργασίας στον ατομικό λογαριασμό του. Την 01.09.2017 επανεγγράφεται στο Μητρώο και ανανεώνει συνεχώς το δελτίο ανεργίας του. Την 01.05.2018, κατά την οποία το δελτίο ανεργίας του είναι σε ισχύ, αιτείται και πάλι αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Το αίτημά του ικανοποιείται, εφόσον και κατά την έναρξη του 12μηνου (01.05.2017) και κατά τη λήξη αυτού (01.05.2018) ήταν εγγεγραμμένος άνεργος, κατά δε τη διάρκεια αυτού είχε πραγματοποιήσει λιγότερα από 70 ημερομίσθια. Επειδή, όμως, και κατά το αμέσως προηγούμενο 12μηνο πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου, η συνεχόμενη ανεργία του ασφαλισμένου θα αναγνωρίζεται για το διάστημα από της εκδόσεως του παλαιότερου σε χρονική σειρά δελτίου έναρξης εξατομικευμένου 12μηνου, δηλαδή από 01.04.2016, έως της έκδοσης απόφασης επί του νέου αιτήματος (ή σε περίπτωση διαγραφής του δελτίου, έως της προηγουμένης αυτής), αφαιρουμένων των διαστημάτων από 01.06.2016 έως 31.08.2016 και από 01.06.2017 έως 31.08.2017. 

5.α. Εγγεγραμμένος άνεργος στο Μητρώο από τη 10.04.2011 διατηρεί το δελτίο ανεργίας του έως την 09.04.2016, οπότε παραλείπει να το ανανεώσει. Επανεγγράφεται την 01.07.2016. Την 01.10.2016 αναλαμβάνει εργασία και διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του. Εργάζεται έως την 30.11.2016, οπότε λήγει η σύμβασή του. Κατά το διάστημα απασχόλησής του από 01.10.2016 έως 30.11.2016 έχουν βεβαιωθεί στον λογαριασμό ασφάλισής του 50 ημέρες εργασίας. Μετά τη λήξη της σύμβασής του εγγράφεται στο Μητρώο τη 02.12.2016 και παραμένει εγγεγραμμένος άνεργος έως την 31.03.2017, οπότε και αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Μολονότι ήταν εγγεγραμμένος άνεργος τόσο κατά την έναρξη (31.03.2016) όσο και κατά τη λήξη του 12μηνου (31.03.2017) και παρότι αριθμεί μόνο 50 ημέρες εργασίας κατά τη διάρκεια αυτού, η Υπηρεσία δεν θα ικανοποιήσει το αίτημά του, γιατί η συνεχόμενη εγγεγραμμένη ανεργία του διεκόπη εντός του 12μήνου λόγω παράλειψης ανανέωσης του δελτίου. 
β. Ο ίδιος ασφαλισμένος μετά την εγγραφή του στο Μητρώο τη 02.12.2016 παραμένει εγγεγραμμένος έως τη 02.07.2017, οπότε και αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. Το αίτημα στην περίπτωση αυτή θα ικανοποιηθεί από την Υπηρεσία καθώς ο ασφαλισμένος:
 • ήταν εγγεγραμμένος άνεργος και κατά την ημερομηνία έναρξης (02.07.2016) και κατά την ημερομηνία λήξης του 12μήνου (02.07.2017),
 • κατά τη διάρκεια του 12μήνου έχει πραγματοποιήσει λιγότερες από 70 ημέρες εργασίας, ο συνεχόμενος, όμως, χρόνος ανεργίας θα αναγνωρίζεται/ βεβαιώνεται για το διάστημα από την 01.07.2016 (ημερομηνία πρώτης επανεγγραφής μετά την παράλειψη ανανέωσης του προηγούμενου δελτίου) έως την ημερομηνία έκδοσης απόφασης επί του αιτήματος (ή σε περίπτωση διαγραφής του δελτίου, έως την προηγουμένη αυτής).

 6. Εγγεγραμμένος άνεργος στο Μητρώο από την 01.04.2015 αναλαμβάνει εργασία την 01.04.2016 και διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του. Εργάζεται έως την 30.06.2016, οπότε λήγει η σύμβασή του. Κατά το διάστημα απασχόλησής του από 01.04.2016 έως 30.06.2016 έχουν βεβαιωθεί στον λογαριασμό ασφάλισής του 50 ημέρες εργασίας. Εγγράφεται στο Μητρώο την 01.08.2016 και παραμένει εγγεγραμμένος άνεργος έως την 31.10.2016. Δεν ανανεώνει, όμως, εγκαίρως το δελτίο του με αποτέλεσμα να διαγραφεί από τα Μητρώα. Επανεγγράφεται την 01.12.2016. Την 31.03.2017 αιτείται αναγνώρισης συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. 
Η Υπηρεσία δεν θα προβεί σε αναγνώριση, γιατί η συνεχόμενη εγγεγραμμένη ανεργία του δεν διεκόπη μόνο λόγω απασχόλησης (01.04.2016), αλλά και λόγω παράλειψης ανανέωσης του δελτίου. 

7. Σε ασφαλισμένο με ημερομηνία εγγραφής στο Μητρώο τη 02.09.2016 έχει εγκριθεί τακτική επιδότηση λόγω ανεργίας διάρκειας 12 μηνών, για το διάστημα από 02.09.2016 έως 01.09.2017. Στον 9ο μήνα επιδότησης, την 01.05.2017, αναλαμβάνει εργασία, διαγράφεται το δελτίο ανεργίας του και αναστέλλεται η επιδότησή του. Απασχολείται έως 31.10.2017, οπότε και λήγει η σύμβασή του. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του πραγματοποίησε 70 ημέρες εργασίας. Προσέρχεται στην Υπηρεσία του ΟΑΕΔ την 07.11.2017, εγγράφεται στο Μητρώο Ανέργων και αιτείται: 
α) τη συνέχιση της επιδότησής του και 
β) αναγνώριση συνεχόμενου χρόνου ανεργίας. 
Η Υπηρεσία:
 α) εγκρίνει τη συνέχιση, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί εντός διετίας από την αρχική αναγνώριση της αξίωσης προς επιδότηση σύμφωνα με την παρ. 1 του αρθρ. 20 του ν.δ. 2961/1954 και
 β) αναγνωρίζει, π.χ. αυθημερόν, συνεχόμενο χρόνο ανεργίας για το διάστημα από 02.09.2016 έως 07.11.2017, καθώς ο ασφαλισμένος:
 • ήταν εγγεγραμμένος άνεργος και κατά την έναρξη (07.11.2016) και κατά τη λήξη (07.11.2017) του 12μήνου, 
 • κατά τη διάρκεια του δωδεκαμήνου δεν έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 70 ημέρες εργασίας. Με ευθύνη των Προϊσταμένων να λάβουν γνώση οι αρμόδιοι υπάλληλοι

 Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ Δ/ΝΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
 Δ. ΜΠΟΥΓΙΑΚΛΗΣ 


12 Ιουν 2017

Ποιο είναι το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο απασχόλησης σε πενθήμερο και εξαήμερο.

Ποιο είναι το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο απασχόλησης σε πενθήμερο και εξαήμερο.

Mε το άρθρο 2 του Ν. 2269/20 (145 Α΄), που κύρωσε τη σύμβαση της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Εργασίας της Ουάσινγκτον, το νόμιμο ημερήσιο ωράριο των μισθωτών καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες ημερήσιας εργασίας. Η εν λόγω σύμβαση αναφερόταν στις βιομηχανίες, βιοτεχνίες, τα μεταλλεία, τα λατομεία και ορυχεία και τις μεταφορές.
Εξάλλου με το άρθρο 2 του Π.Δ. 27-6/4-7-1932 (ΦΕΚ Α΄ 212) «Περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων», καθιερώθηκε στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις και εργασίες, οι οποίες καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 1 αυτού, οκτάωρη ημερήσια και σαρανταοκτάωρη εβδομαδιαία απασχόληση, ενώ με νεότερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η εφαρμογή τους επεκτάθηκε και σε άλλες επιχειρήσεις. 
Επιπροσθέτως, με το άρθρο 6 της από 14/02/84 ΕΓΣΕΕ, η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου σε οποιοδήποτε εργοδότη όλης της χώρας, ορίστηκε σε 40 ώρες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Π.Δ. 88/1999 (Φ.Ε.Κ. Α’ 94), ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων (4) μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και οι περίοδοι άδειας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου.

Για κάθε περίοδο 24 ωρών, η ελάχιστη ανάπαυση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) ώρες (αρ. 3 του Π.Δ/τος 88/99, όπως ισχύει με την υποπαρ. ΙΑ 14, περ. 3 του Ν. 4093/2012).
Με το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ της 26-2-1975, το ανώτατο νόμιμο ωράριο ημερήσιας εργασίας των εργαζόμενων που απασχολούνται με πενθήμερο σύστημα, καθορίσθηκε σε 9 ώρες ( ΑΠ 119/97). Αντίθετα, γι’ αυτούς που απασχολούνται με εξαήμερο ή άλλο σύστημα εργασίας, εκτός του πενθήμερου, το οκτάωρο εξακολουθεί να ισχύει ως το ανώτατο νόμιμο ωράριο ημερήσιας εργασίας, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις.
Η υπέρβαση των 9 ωρών, ημερησίως, επί πενθημέρου ή 8 ωρών επί εξαημέρου, αποτελεί υπερωριακή απασχόληση και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%, Η υπερωριακή απασχόληση καταχωρείται υποχρεωτικά στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών που τηρείται από τον εργοδότη, πριν από την έναρξη πραγματοποίησής της  (εδ. 2 της υποπαρ. ΙΑ13, της παρ.ΙΑ, του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 80 του Ν.4144/2013 (ΦΕΚ Α΄ 88).

Το νόμιμο ημερήσιο ωράριο απασχόλησης των εργαζόμενων που προσλαμβάνονται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μιας ή δυο ημερών και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζουν πενθήμερο πρόγραμμα εβδομαδιαίας εργασίας, είναι οι οκτώ (8) ώρες ημερησίως και ως εκ τούτου πιθανή υπέρβαση αποτελεί υπερωριακή απασχόληση.
(Έγγρ. Υπ. Εργασίας 5064/125/10-03-2017)

30 Μαΐ 2017

Απόσπαση εργαζομένων στην Ελλάδα. Νομοθετικό πλαίσιο. Υποχρεώσεις εργοδοτών

Απόσπαση εργαζομένων στην Ελλάδα. Νομοθετικό πλαίσιο. Υποχρεώσεις εργοδοτών
Με τις διατάξεις του Π.Δ. 219/2000 «Μέτρα για την προστασία των εργαζομένων που αποσπώνται για την εκτέλεση προσωρινής εργασίας στο έδαφος της Ελλάδας, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών» (ΦΕΚ 190/Α΄/31-8-2000) ενσωμάτωσε η Ελλάδα την Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (E.E.L. 18/21-1-1997).

Το  Π.Δ. 219/2000 έχει εφαρμογή στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος της   Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κράτος που έχει υπογράψει τη  συμφωνία για τον   Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο  και  δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίες, στο  πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, όταν η απόσπαση αυτή εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) απόσπαση ενός εργαζομένου για λογαριασμό τους και υπό τη διεύθυνσή τους με  σκοπό την εκτέλεση σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης που αποσπά τον εργαζόμενο και του   αποδέκτη της παροχής των υπηρεσιών που ασκεί  τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση μεταξύ της επιχείρησης που αποσπά τον εργαζόμενο και του εργαζομένου κατά το χρόνο της απόσπασης,
β)   απόσπαση ενός εργαζομένου σε εγκατάσταση ή σε επιχείρηση του ομίλου, του οποίου η επιχείρηση  που  αποσπά  τον  εργαζόμενο  αποτελεί  μέλος, εφόσον  υφίσταται   εργασιακή  σχέση μεταξύ της επιχείρησης που αποσπά τον εργαζόμενο και του εργαζομένου κατά το χρόνο της απόσπασης,
γ) απόσπαση ενός εργαζομένου από επιχείρηση προσωρινής  απασχόλησης  ή  από  επιχείρηση που διαθέτει εργαζομένους, σε χρήστρια επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη ή ασκεί τις δραστηριότητές της  στο  έδαφος της  Ελλάδας, εφόσον κατά τη διάρκεια της απόσπασης υφίσταται εργασιακή σχέση μεταξύ  της  επιχείρησης  προσωρινής  απασχόλησης ή της επιχείρησης που διαθέτει εργαζομένους και του εργαζομένου.

ΟΡΙΣΜΟΙ

Για την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος:

1.Ως εργαζόμενος νοείται, κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος προεδρικού διατάγματος.
2. Ως αποσπασμένος εργαζόμενος νοείται, κάθε εργαζόμενος, ο οποίος εργάζεται συνήθως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο έδαφος κράτους που έχει υπογράψει τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον οποίο η επιχείρηση αποσπά στο έδαφος της Ελλάδας, για να εκτελέσει την εργασία του για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
3.Ως όμιλος επιχειρήσεων νοείται, κάθε όμιλος ο οποίος περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις κατά τους ορισμούς του άρθρου 3 του Προεδρικού Διατάγματος 40/1997 (39/Α΄).

ΟΡΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ 

Οι  επιχειρήσεις  που υπάγονται στο πεδίο  εφαρμογής  του  παρόντος  προεδρικού  διατάγματος και προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων στο έδαφος της Ελλάδας, υποχρεούνται να εγγυώνται στους εργαζομένους που αποσπούν, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας τους, την εφαρμογή των όρων εργασίας που καθορίζονται από:

• την ελληνική εργατική νομοθεσία (νόμοι, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις),
• τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας
• το νόμιμο νομοθετημένο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο και αφορούν στα κατωτέρω θέματα:
α) τις μέγιστες περιόδους εργασίας και τις ελάχιστες περιόδους ανάπαυσης,
β) την ελάχιστη διάρκεια της ετήσιας άδειας με αποδοχές,
γ) τα ελάχιστα όρια μισθού, 
δ) την προστασία των παιδιών και των νέων κατά την εργασία,
ε) την προστασία των γυναικών που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας κατά την εργασία,
στ) την προστασία της υγείας, της ασφάλειας και της υγιεινής των εργαζομένων κατά την εργασία,
ζ) την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών,
η) τη μη διάκριση στην εργασία ιδίως λόγω: φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, χρώματος, γλώσσας, σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης εφόσον οι εργαζόμενοι είναι αποδεδειγμένα ικανοί να εκτελέσουν την εργασία που τους ανατίθεται, κοινωνικής προέλευσης, μερικής απασχόλησης, προσχώρησης ή μη σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων,
θ) τη θέση εργαζομένων στη διάθεση χρήστριας επιχείρησης από επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης ή από επιχειρήσεις διάθεσης εργαζομένων.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ 

Η διάρκεια της απόσπασης υπολογίζεται με βάση περίοδο αναφοράς ενός (1) έτους μετά την έναρξή της. Κατά τον υπολογισμό, λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια της απόσπασης που ενδεχόμενα έχει συμπληρωθεί από τον προς αντικατάσταση αποσπασμένο εργαζόμενο.

ΜΕΤΡΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Π.Δ. 219/2000

Για να εξασφαλισθεί και να καταστεί αποτελεσματικός ο έλεγχος εφαρμογής του Προεδρικού Διατάγματος 219/2000, οι επιχειρήσεις που υπάγονται  στο πεδίο  εφαρμογής του και αποσπούν στο έδαφος της Ελλάδας εργαζομένους, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, υποχρεούνται, πριν από την έναρξη της παροχής υπηρεσιών και ανεξάρτητα από τη διάρκειά της, να υποβάλλουν στις αρμόδιες Υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του τόπου παροχής των υπηρεσιών, τα ακόλουθα έγγραφα συντεταγμένα στην ελληνική γλώσσα:

α) έγγραφη δήλωση στην οποία θα περιλαμβάνονται τα κατωτέρω στοιχεία:
-το όνομα ή η εταιρική επωνυμία της επιχείρησης, η έδρα της, η διεύθυνσή της και η νομική της μορφή,
-τα  στοιχεία  ταυτότητας  (όνομα, επίθετο, όνομα πατέρα, όνομα μητέρας, ημερομηνία γέννησης, διεύθυνση κατοικίας κ.λπ.) του νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης.
-τα στοιχεία ταυτότητας, ως αμέσως ανωτέρω, του εκπροσώπου της επιχείρησης στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών,
-η   διεύθυνση  του  τόπου ή των τόπων στους οποίους οι  αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα παρέχουν την εργασία τους καθώς και το όνομα ή η εταιρική επωνυμία, η έδρα, η διεύθυνση, και η νομική μορφή της ή των επιχειρήσεων στις οποίες οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα παρέχουν την εργασία τους,
- η  ημερομηνία έναρξης της παροχής των υπηρεσιών και της απόσπασης των εργαζομένων καθώς και η πιθανή διάρκειά τους, και
- η φύση  της ασκούμενης δραστηριότητας καθώς και η χρησιμοποίηση ή μη επικίνδυνων υλικών ή μεθόδων.

β)  κατάσταση  των αποσπασμένων εργαζόμενων για  θεώρηση, σε δύο  αντίτυπα,  στην  οποία  θα εμφαίνονται για κάθε έναν από αυτούς τα εξής στοιχεία:
-το όνομα, το επίθετο, η ηλικία και η ειδικότητα,
- η ημερομηνία σύναψης της σχέσης εργασίας, η ομοειδής προϋπηρεσία σε άλλους εργοδότες και η οικογενειακή κατάσταση,
-η  διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας, οι ώρες έναρξης, διακοπής, διαλείμματος και λήξης της ημερήσιας εργασίας καθώς και η εβδομαδιαία ανάπαυση, και 
- οι καταβαλλόμενες πάσης φύσεως αποδοχές.

Το ένα αντίτυπο από τις ανωτέρω καταστάσεις αναρτάται με μέριμνα των επιχειρήσεων σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας, το δε άλλο παραμένει στο αρχείο των αρμόδιων Υπηρεσιών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Όταν η εργασία διεξάγεται κατά βάρδιες, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται, πέραν των ανωτέρω καταστάσεων, να συνυποβάλλουν για θεώρηση πίνακα περί της εβδομαδιαίας εναλλαγής των βαρδιών.
Απασχόληση αποσπασμένων εργαζόμενων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χωρίς προηγούμενη υποβολή των εγγράφων που προβλέπονται, δεν επιτρέπεται.


22 Μαΐ 2017

ΝΟΜΟΣ 4472/2017

ΝΟΜΟΣ 4472/2017

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 4472/2017 (ΦΕΚ 74/Α'/19-5-2017)

Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 20182021 και λοιπές διατάξεις.

Κατεβάστε το Ν.4472/2017 ΕΔΩ

Οικιακοί μισθωτοί και εργατική νομοθεσία

Οικιακοί μισθωτοί και εργατική νομοθεσία

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τις υπηρεσίες τους κατά κύριο λόγο για την εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών αυτού, των μελών της οικογενείας του ή τρίτων. 
Η δευτερεύουσα απασχόλησή τους σε εργασίες οι οποίες έχουν σχέση με το επάγγελμα του εργοδότη που ασκείται στην κατοικία του, δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως οικιακών μισθωτών (Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Α.Π. 172/1993, Εφ. Αθηνών 4793/1991). Κατ` άλλη διατύπωση, οικιακοί μισθωτοί χαρακτηρίζονται γενικά αυτοί που δεν είναι ενταγμένοι σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αλλά παρέχουν εξαρτημένη εργασία κατά κύριο λόγο για εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών του εργοδότη ή των μελών της οικογενείας του, υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες, αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού του λόγω ηλικίας ή ασθενείας (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1123/2007, Α.Π. 1397/2006, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Α.Π. 964/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Α.Π. 810/1995, Α.Π. 172/1993). 

Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί. Επί των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος, υπό συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό – άρθρο 663 Α.Κ.), δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών, την εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, νύχτα, ημέρες αναπαύσεως, για την υπερεργασία και τις υπερωρίες καθώς και οι διατάξεις για τις εκτός έδρας μετακινήσεις (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1955/2007, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Α.Π. 964/1998, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996, Α.Π. 172/1993, Εφ. Αθηνών 4793/1991, Α.Π. 645/1983, Α.Π. 644/1983). 

Ισχύουν όμως και για τους οικιακούς μισθωτούς, οι διατάξεις για την παροχή αδείας μετ` αποδοχών, ύστερα από την επέκταση των διατάξεων του Α.Ν. 539/1945 και στους οικιακούς οικόσιτους μισθωτούς με το Β.Δ. 376/1971 και το άρθρο 8 παρ. 2 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.  Περαιτέρω, κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρθρο 3, παρ. 16 Ν. 4504/1966 (Α΄ 57). Σημειώνεται ότι το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας. Δικαιούνται, επίσης, επιδόματα εορτών, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1082/1980 και το άρθρο 4, παρ. 9 της Κ.Υ.Α, 19040/1981 (Β΄742), καθώς και αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 1836/1989 (Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Α.Π. 1955/2007, Α.Π. 1397/2006, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996). 
Οι όροι αμοιβής και εργασίας των οικιακών μισθωτών, πλην των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, ρυθμίζεται με ατομική συμφωνία του εκάστοτε εργοδότη και εργαζομένου και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολείπονται των κατώτατων νομοθετημένων ορίων μισθών και ημερομισθίων βάσει του Ν. 4093/12. 

Η αμοιβή όμως των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, δεν υπάγεται στα ανωτέρω κατώτατα όρια. Οι όροι αμοιβής και εργασίας καθορίζονται με ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, οφείλεται ο «ειθισμένος μισθός». Εάν επομένως, δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον «ειθισμένο μισθό», δηλαδή εκείνον τον οποίο καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την παροχή ομοίων εργασιών ή υπηρεσιών σε άλλους εργαζομένους της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1123/2007, Εφ. Ιωαν. 237/2005, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Α.Π. 964/1998, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996, Εφ. Αθηνών 4793/1991). 

Για τον υπολογισμό του επιδόματος εορτών ισχύει η υπουργική απόφαση Υ.Α. 19040/81 (ΦΕΚ 742/Β/9-12-1981) 

Στους οικιακούς μισθωτούς, έχουν επεκταθεί με το άρθρο 43 του Ν. 1836/1989, οι διατάξεις για την αποζημίωση απόλυσης και επομένως η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους είναι έγκυρη, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, ήτοι εφόσον αυτή έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το Ι.Κ.Α. μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος (Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Α.Π. 1397/2006, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Εφ. Αθηνών 2872/1996).

18 Μαΐ 2017

Από 1/6/2017, υποχρεωτικά η πληρωμή των εργαζομένων μέσω τράπεζας

Από 1/6/2017, υποχρεωτικά η πληρωμή των εργαζομένων μέσω τράπεζας

Από 1/6/2017, καθίσταται υποχρεωτική η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, αποκλειστικά στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών. 
Αυτό προβλέπει η ΚΥΑ 22528/430 ΦΕΚ Β' 1721/18-5-2017, υπουργών Εργασίας & Οικονομικών. Η πρόβλεψη για την κατάθεση της μισθοδοσίας των εργαζομένων σε τραπεζικό λογαριασμό (από 1/7/2016) είχε γίνει στο Ν. 4387/2016, αρθ. 38, διαδικασία που μέχρι σήμερα δεν είχε υλοποιηθεί. Η καταβολή των αποδοχών στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.  
Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 1 επιβάλλονται κυρώσεις από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170).

11 Μαΐ 2017

Μη επαναπρόσληψη, ή απόλυση εποχιακά απασχολούμενου ξενοδοχοϋπαλλήλου.

Μη επαναπρόσληψη ή απόλυση εποχιακά απασχολούμενου ξενοδοχοϋπαλλήλου.

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.1346/83 (ΦΕΚ 46/Α/1983) και των παρ.1 και 6 του άρθρου 18 του Ν. 1545/85 (ΦΕΚ 91/Α/1985), σε συνδυασμό προς τις  διατάξεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Αποφάσεων Διαιτησίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας» που ρυθμίζουν τα περί της επαναπρόσληψης και της απόλυσης των εποχιακώς απασχολούμενων ξενοδοχοϋπαλλήλων συνάγεται, κατά την κρίση των δικαστηρίων, όσον αφορά τη νομική φύση και το χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης του προσωπικού που απασχολείται σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ότι, η εργασιακή σχέση των μισθωτών που απασχολούνται σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι, από τη φύση της και     το περιεχόμενό της, ιδιόρρυθμα ρυθμιζόμενη ορισμένου χρόνου (Α.Π.671/2009).

Δηλαδή η εργασιακή σχέση των μισθωτών που προσλαμβάνονται κατά τα ανωτέρω για να απασχοληθούν κατά το χρονικό διάστημα της εποχιακής λειτουργίας της επιχείρησης έχει διάρκεια όση η περίοδος λειτουργίας της επιχείρησης και επομένως λύεται με την πάροδο της χρονικής αυτής περιόδου, παρέχεται όμως το δικαίωμα στους μισθωτούς αυτούς να ζητήσουν, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και τηρηθούν ορισμένες διατυπώσεις, την επαναπρόσληψη τους κατά τη νέα περίοδο εργασίας (Α.Π. 946/88-1888/88-1436/91-1089/93-535/95 κ.α.)
Προκύπτει επίσης από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, ότι το πιο πάνω δικαίωμα επαναπρόσληψης του εργαζόμενου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με τις τυπικές διατυπώσεις που καθιερώνει ο ν. 2112/20, δηλ. εγγράφως και με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΜΠΡ Ρόδου 2261/2010, Α.Π. 1734/1995), η καταγγελία δε αυτή έχει ως συνέπεια, αν γίνεται κατά την περίοδο εργασίας, τη λύση της εργασιακής σχέσης και αν γίνεται κατά τη νεκρά περίοδο, την κατάλυση του δικαιώματος επαναπρόσληψης. Δεν επιτρέπεται κατά τη νεκρά περίοδο καταγγελία με προειδοποίηση εκτός και αν πρόκειται για δικαιολογημένη αιτία (Ολ. Α.Π 14/2000, Α.Π 67/2009, Α.Π. 1734/95,Α.Π. 946/88, Εφ. Δωδ. 214/2006, Εφ. Θεσσ. 95/2002 κ.α.)

Η κρατούσα άποψη δέχεται ότι ο εργοδότης που αρνείται την επαναπρόσληψη του υπαλλήλου, υποχρεούται να τον αποζημιώσει, όχι όμως και να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, διότι δεν υπάρχει ακόμη σε λειτουργία εργασιακή σύμβαση, προαπαιτούμενο της οποίας είναι η εκ νέου πρόσληψη του, ώστε μη αποδεχόμενος ο εργοδότης την προσφερόμενη εργασία του να καθίσταται υπερήμερος, πράγμα που σημαίνει ότι η αποζημίωση εδώ λειτουργεί ως αστική ποινή κατά του εργοδότη, ο οποίος με την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του υπαλλήλου, απέκλεισε το δικαίωμα επαναπρόσληψης ( Στ.Γ. Βλαστος: Ατομ. Εργ. Δίκαιο, 1999) .
Εάν λοιπόν κατά τη νεκρά περίοδο καταγγελθεί από την εποχιακώς λειτουργούσα επιχείρηση, η σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος έχει τηρήσει τις για την επαναπρόσληψή του κατά την επόμενη περίοδο απαιτούμενες διατυπώσεις, οφείλεται στον τελευταίο η από το Ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σχέσης εργασίας. Για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση από τον - μετά την αρχική πρόσληψη – συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυόμενου, του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο εργαζόμενος μπορούσε να απασχοληθεί  σε  άλλο εργοδότη  (Α.Π.305/2011,1085/2006), ο δε υπολογισμός της αποζημίωσης του απολυόμενου γίνεται βάσει των αποδοχών της αμέσως προηγούμενης περιόδου απασχόλησής του (Α.Π. 1734/95, Εφ. Αθ. 5315/1994).

Εάν αντιθέτως υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Ν. 1346/83 «περί επαναπρόσληψης του ξενοδοχοϋπαλλήλου» και η επιχείρηση χωρίς να καταγγείλει τη σχέση εργασίας, δεν αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, μολονότι τηρήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις, τότε η επιχείρηση καθίσταται υπερήμερος, υποχρεούμενη να καταβάλλει στο μισθωτό τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας ( Α.Π.946/88).
(Έγγρ. Υπ.Εργασίας 13335/283/13-06-2014)

3 Μαΐ 2017

Επίσχεση εργασίας. Προϋποθέσεις, τρόπος άσκησης.

Επίσχεση εργασίας. Προϋποθέσεις, τρόπος άσκησης.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 Α.Κ., ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, να αρνηθεί δηλαδή να εκτελέσει την εργασία που έχει συμφωνήσει μαζί του, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του και ιδιαίτερα την καταβολή σε αυτόν των οφειλομένων αποδοχών ή την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, χωρίς η ενέργειά του αυτή να συνιστά οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του. (Α.Π. 373/2010)

Το δικαίωμα της επίσχεσης κατ΄ αρχήν ασκείται ατύπως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, η οποία είναι έγγραφη ή προφορική και απευθύνεται στον εργοδότη (Εφ. Αθ. 43/1996, Εφ. Θεσσ. 611/1995, Εφ. Αθ. 1497/1978).
Για να είναι όμως η δήλωση πλήρης και να επιφέρει τα έννομά της αποτελέσματα, πρέπει να είναι σαφής και να συναρτάται ρητώς προς ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη που να απορρέει από έγκυρη εργασιακή σύμβαση (Μ.Π.Θ. 15387/2011, Εφ. Αθηνών 43/1996). 
Στην περίπτωση αυτή παρότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν καθίσταται υπερήμερος σε αντίθεση με τον εργοδότη του, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε υπερημερία για όσο χρονικό διάστημα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου. 
Το δικαίωμα της επίσχεσης δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή η άσκησή του δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (Μ. Π. Αθηνών 51/2012, Α.Π. 197/1995, Ολ. Α.Π. 32/1988, Α.Π. 1264/1986).
Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π.1153/2009).

Πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες αυτού, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους καθυστέρησης πληρωμής τους (Εφ. Θεσσ. 1130/1998)  Συνεκτιμάται επίσης το μέγεθος της ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση του πιο πάνω εργασιακού δικαιώματος, καθώς και ο χρόνος που αυτό ασκείται (Μ.Π.Θ. 15387/2011)
   
Εφόσον η επίσχεση είναι έγκυρη, τότε κατά το χρόνο που διαρκεί, ο μισθωτός δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας του, ενώ αντίθετα ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας και συνεπώς οφείλει το μισθό του χρόνου της επισχέσεως χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά της εργασίας (ΑΠ 1502/2010,ΑΠ 1153/2009,Εφ.Αθ. 5882/2007, ΑΠ 1209/1999, Εφ. Θεσ/κης 611/1995). 
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ. και του άρθρου 1 της αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 (ΦΕΚ 138/Α΄/2-6-1955), προκύπτει ότι μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη καταβαλλόμενη σε αυτόν πρόσθετη παροχή (Ολ. Α.Π. 40/2002,  Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 317/2010, Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 38/2011) . 
Από το μισθό αυτό ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τη χρηματική ωφέλεια που ο μισθωτός αποκόμισε αλλού κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας (Ειρ. Βόλου 447/1992, Μον. Πρωτ. Αθ. 1159/1994, ΑΠ 354/86, ΕΦ. Αθ. 9011/1996). 
Η υπερημερία του εργοδότη δεν αίρεται αν ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας αυτής, χρησιμοποιώντας τον ελεύθερο χρόνο που προέκυψε από την απόκρουση των υπηρεσιών του, παρέχει την εργασία του σε άλλον εργοδότη. Η υπερημερία του εργοδότη παραμένει, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος βρίσκεται σε ετοιμότητα να προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη. (ΑΠ 1180/1999)
   
Όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1344/2014) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται υπερήμερος (Μον.Πρωτ. Θεσ/κης 15387/2011,ΑΠ 1412/1986, Εφ. Θεσ/κης 611/1995)
Ο εργοδότης δικαιούται βεβαίως και ύστερα από νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση, (ΑΠ 1412/1986) πλην όμως αν έτσι εκδικείται τον εργαζόμενο για την επίσχεση, η απόλυση είναι καταχρηστική (Εφ. Αθ. 11510/1989,Μον. Πρωτ. Ιωαν. 828/1984  )

Όταν η επίσχεση εργασίας είναι άκυρη, ο μισθωτός καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας, διότι απουσιάζει αδικαιολογήτως και συνεπώς δεν δικαιούται το μισθό, δύναται δε να θεωρηθεί και ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας (Εφ. Θεσ/κης 81/2003, ΑΠ 1209/1999). 
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό των άρθ. 5§3 ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 ν. 4558/1930, και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βούλησης του εργαζομένου να λύσει την σύμβαση εργασίας του, δηλ. ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.
Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός την σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως καταγγελία από τον εργαζόμενο, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζομένου για την λύση της σύμβασης εργασίας. (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1342/2014, 1344/2014, 1303/2005)
Υπουργ. Εργασίας 198/10/06-02-2017

25 Απρ 2017

Η εργασία κατά την Πρωτομαγιά 2017. Τι ισχύει, πως πληρώνεται.

Η εργασία κατά την Πρωτομαγιά 2017. Τι ισχύει, πως πληρώνεται.

Η 1η Μαΐου ανήκει στις προαιρετικές αργίες, σύμφωνα με το ΒΔ 748/66. Με τον Α.Ν. 380/1968 δίδεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εργασίας, να ορίζει κάθε χρόνο με απόφασή του, την Πρωτομαγιά ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας. Φέτος, η 1η Μαϊου 2017 κηρύχθηκε υποχρεωτική αργία, με την υπ' αριθμ. 16072/310 (ΦΕΚ Β' 1307/13.4.2017) απόφαση της Υπουργού Εργασίας Ε. Αχτσιόγλου. 

Συνεπώς, κατά την ημέρα της Πρωτομαγιάς 2017, εκτός των επιχειρήσεων που επιτρέπεται να λειτουργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, απαγορεύεται η απασχόληση των εργαζομένων και η λειτουργία των επιχειρήσεων γενικότερα.

Εάν κατά την ημέρα αυτή δεν λειτουργήσει η επιχείρηση, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο θα πάρουν το ημερομίσθιό τους χωρίς καμιά προσαύξηση, ενώ οι αμειβόμενοι με μισθό θα λάβουν κανονικά τον μισθό τους.

Οι εργαζόμενοι που αμείβονται με ημερομίσθιο και θα εργαστούν την Πρωτομαγιά, δικαιούνται να λάβουν το ημερομίσθιο τους και  προσαύξηση 75% υπολογισμένη στο νόμιμο ωρομίσθιό τους για όσες ώρες απασχοληθούν. 

Για τους μισθωτούς, αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, που θα απασχοληθούν την Πρωτομαγιά διακρίνουμε τις παρακάτω περιπτώσεις: 
 Αν εργάζονται σε επιχειρήσεις που μπορούν  νόμιμα να λειτουργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, δικαιούνται μόνο την προσαύξηση του 75%, υπολογισμένη στο 1/25  του νόμιμου μισθού τους. Άλλη αμοιβή δεν δικαιούνται, αφού η αμοιβή τους για την απασχόληση κατά την αργία αυτή, θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον μηνιαίο μισθό τους. 
Αν πρόκειται για επιχειρήσεις που αργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό θα λάβουν εκτός από την προσαύξηση 75% στο νόμιμο μισθό και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού τους.
Όσοι εργαστούν την Πρωτομαγιά 2017,  δεν δικαιούνται αναπληρωματική ανάπαυση, αφού αυτό  ισχύει, μόνο για τους απασχολούμενους τις Κυριακές. (Β.Δ. 748/66).

Να επισημάνουμε τέλος, ότι η Υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, κατέθεσε και εισηγήθηκε στη Βουλή, την Τρίτη 25 Απριλίου 2017, τροπολογία με την οποία καθιερώνεται πλέον η 1η Μαΐου ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας, ως ελάχιστος φόρος τιμής στους αγώνες και τις θυσίες της εργατικής τάξης, και παύει αυτό να βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του/της εκάστοτε Υπουργού. 

21 Απρ 2017

Πρόγραμμα υπολογισμού μισθών ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν. Χανίων 2017

Πρόγραμμα υπολογισμού μισθών ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν. Χανίων 2017
Πρόγραμμα  για τον υπολογισμό των αποδοχών των ξενοδοχοϋπαλλήλων για το 2017, που αμείβονται με την ΣΣΕ ξενοδοχοϋπαλλήλων ΠΕ Χανίων  (Π.Κ. 2/26.1.2017)
Αν ανήκετε σ' αυτή τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συμπληρώστε με προσοχή τα απαιτούμενα πεδία και δείτε άμεσα το μισθό που αντιστοιχεί στην ειδικότητά σας, για το 2017



Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....