Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
  • Αρχική
  • Forum
  • Επικοινωνία
  • Όροι χρήσης
  •  photo facebook1_zpsc7dba044.png
  •  photo ee1ffd32-aefd-478e-8235-1b0a077dd06d_zps7b245b56.png
  •  photo googleplus1_zps9d69dc86.png
  •  photo rss1_zps8d1c4a62.png

22 Μαΐ 2017

Οικιακοί μισθωτοί και εργατική νομοθεσία

Οικιακοί μισθωτοί και εργατική νομοθεσία

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τις υπηρεσίες τους κατά κύριο λόγο για την εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών αυτού, των μελών της οικογενείας του ή τρίτων. 
Η δευτερεύουσα απασχόλησή τους σε εργασίες οι οποίες έχουν σχέση με το επάγγελμα του εργοδότη που ασκείται στην κατοικία του, δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως οικιακών μισθωτών (Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Α.Π. 172/1993, Εφ. Αθηνών 4793/1991). Κατ` άλλη διατύπωση, οικιακοί μισθωτοί χαρακτηρίζονται γενικά αυτοί που δεν είναι ενταγμένοι σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αλλά παρέχουν εξαρτημένη εργασία κατά κύριο λόγο για εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών του εργοδότη ή των μελών της οικογενείας του, υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες, αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού του λόγω ηλικίας ή ασθενείας (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1123/2007, Α.Π. 1397/2006, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Α.Π. 964/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Α.Π. 810/1995, Α.Π. 172/1993). 

Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί. Επί των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος, υπό συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό – άρθρο 663 Α.Κ.), δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών, την εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, νύχτα, ημέρες αναπαύσεως, για την υπερεργασία και τις υπερωρίες καθώς και οι διατάξεις για τις εκτός έδρας μετακινήσεις (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1955/2007, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Α.Π. 964/1998, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996, Α.Π. 172/1993, Εφ. Αθηνών 4793/1991, Α.Π. 645/1983, Α.Π. 644/1983). 

Ισχύουν όμως και για τους οικιακούς μισθωτούς, οι διατάξεις για την παροχή αδείας μετ` αποδοχών, ύστερα από την επέκταση των διατάξεων του Α.Ν. 539/1945 και στους οικιακούς οικόσιτους μισθωτούς με το Β.Δ. 376/1971 και το άρθρο 8 παρ. 2 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.  Περαιτέρω, κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρθρο 3, παρ. 16 Ν. 4504/1966 (Α΄ 57). Σημειώνεται ότι το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας. Δικαιούνται, επίσης, επιδόματα εορτών, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1082/1980 και το άρθρο 4, παρ. 9 της Κ.Υ.Α, 19040/1981 (Β΄742), καθώς και αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 1836/1989 (Μον. Πρωτ. Αθηνών 2039/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Α.Π. 1955/2007, Α.Π. 1397/2006, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Εφ. Αθηνών 2872/1996, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996). 
Οι όροι αμοιβής και εργασίας των οικιακών μισθωτών, πλην των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, ρυθμίζεται με ατομική συμφωνία του εκάστοτε εργοδότη και εργαζομένου και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολείπονται των κατώτατων νομοθετημένων ορίων μισθών και ημερομισθίων βάσει του Ν. 4093/12. 

Η αμοιβή όμως των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, δεν υπάγεται στα ανωτέρω κατώτατα όρια. Οι όροι αμοιβής και εργασίας καθορίζονται με ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, οφείλεται ο «ειθισμένος μισθός». Εάν επομένως, δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον «ειθισμένο μισθό», δηλαδή εκείνον τον οποίο καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την παροχή ομοίων εργασιών ή υπηρεσιών σε άλλους εργαζομένους της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες (Α.Π. 783/2013, Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Α.Π. 1123/2007, Εφ. Ιωαν. 237/2005, Α.Π. 1292/2004, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Α.Π. 964/1998, Εφ. Θεσσ. 1714/1998, Μον. Πρωτ. Αθηνών 2165/1996, Εφ. Αθηνών 4793/1991). 

Για τον υπολογισμό του επιδόματος εορτών ισχύει η υπουργική απόφαση Υ.Α. 19040/81 (ΦΕΚ 742/Β/9-12-1981) 

Στους οικιακούς μισθωτούς, έχουν επεκταθεί με το άρθρο 43 του Ν. 1836/1989, οι διατάξεις για την αποζημίωση απόλυσης και επομένως η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους είναι έγκυρη, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, ήτοι εφόσον αυτή έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το Ι.Κ.Α. μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος (Μον. Πρωτ. Αθηνών 720/2012, Μον. Πρωτ. Αθηνών 294/2011, Εφ. Αθηνών 5241/2010, Α.Π. 1397/2006, Εφ. Αθηνών 1349/2004, Εφ. Αθηνών 7809/2003, Εφ. Αθηνών 5258/2001, Εφ. Πειραιώς 667/2001, Εφ. Αθηνών 2872/1996).

18 Μαΐ 2017

Από 1/6/2017, υποχρεωτικά η πληρωμή των εργαζομένων μέσω τράπεζας

Από 1/6/2017, υποχρεωτικά η πληρωμή των εργαζομένων μέσω τράπεζας

Από 1/6/2017, καθίσταται υποχρεωτική η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, αποκλειστικά στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών. 
Αυτό προβλέπει η ΚΥΑ 22528/430 ΦΕΚ Β' 1721/18-5-2017, υπουργών Εργασίας & Οικονομικών. Η πρόβλεψη για την κατάθεση της μισθοδοσίας των εργαζομένων σε τραπεζικό λογαριασμό (από 1/7/2016) είχε γίνει στο Ν. 4387/2016, αρθ. 38, διαδικασία που μέχρι σήμερα δεν είχε υλοποιηθεί. Η καταβολή των αποδοχών στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής ή παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.  
Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 1 επιβάλλονται κυρώσεις από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170).

11 Μαΐ 2017

Μη επαναπρόσληψη, ή απόλυση εποχιακά απασχολούμενου ξενοδοχοϋπαλλήλου.

Μη επαναπρόσληψη ή απόλυση εποχιακά απασχολούμενου ξενοδοχοϋπαλλήλου.

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.1346/83 (ΦΕΚ 46/Α/1983) και των παρ.1 και 6 του άρθρου 18 του Ν. 1545/85 (ΦΕΚ 91/Α/1985), σε συνδυασμό προς τις  διατάξεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Αποφάσεων Διαιτησίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας» που ρυθμίζουν τα περί της επαναπρόσληψης και της απόλυσης των εποχιακώς απασχολούμενων ξενοδοχοϋπαλλήλων συνάγεται, κατά την κρίση των δικαστηρίων, όσον αφορά τη νομική φύση και το χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης του προσωπικού που απασχολείται σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ότι, η εργασιακή σχέση των μισθωτών που απασχολούνται σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι, από τη φύση της και     το περιεχόμενό της, ιδιόρρυθμα ρυθμιζόμενη ορισμένου χρόνου (Α.Π.671/2009).

Δηλαδή η εργασιακή σχέση των μισθωτών που προσλαμβάνονται κατά τα ανωτέρω για να απασχοληθούν κατά το χρονικό διάστημα της εποχιακής λειτουργίας της επιχείρησης έχει διάρκεια όση η περίοδος λειτουργίας της επιχείρησης και επομένως λύεται με την πάροδο της χρονικής αυτής περιόδου, παρέχεται όμως το δικαίωμα στους μισθωτούς αυτούς να ζητήσουν, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και τηρηθούν ορισμένες διατυπώσεις, την επαναπρόσληψη τους κατά τη νέα περίοδο εργασίας (Α.Π. 946/88-1888/88-1436/91-1089/93-535/95 κ.α.)
Προκύπτει επίσης από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, ότι το πιο πάνω δικαίωμα επαναπρόσληψης του εργαζόμενου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με τις τυπικές διατυπώσεις που καθιερώνει ο ν. 2112/20, δηλ. εγγράφως και με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΜΠΡ Ρόδου 2261/2010, Α.Π. 1734/1995), η καταγγελία δε αυτή έχει ως συνέπεια, αν γίνεται κατά την περίοδο εργασίας, τη λύση της εργασιακής σχέσης και αν γίνεται κατά τη νεκρά περίοδο, την κατάλυση του δικαιώματος επαναπρόσληψης. Δεν επιτρέπεται κατά τη νεκρά περίοδο καταγγελία με προειδοποίηση εκτός και αν πρόκειται για δικαιολογημένη αιτία (Ολ. Α.Π 14/2000, Α.Π 67/2009, Α.Π. 1734/95,Α.Π. 946/88, Εφ. Δωδ. 214/2006, Εφ. Θεσσ. 95/2002 κ.α.)

Η κρατούσα άποψη δέχεται ότι ο εργοδότης που αρνείται την επαναπρόσληψη του υπαλλήλου, υποχρεούται να τον αποζημιώσει, όχι όμως και να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, διότι δεν υπάρχει ακόμη σε λειτουργία εργασιακή σύμβαση, προαπαιτούμενο της οποίας είναι η εκ νέου πρόσληψη του, ώστε μη αποδεχόμενος ο εργοδότης την προσφερόμενη εργασία του να καθίσταται υπερήμερος, πράγμα που σημαίνει ότι η αποζημίωση εδώ λειτουργεί ως αστική ποινή κατά του εργοδότη, ο οποίος με την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του υπαλλήλου, απέκλεισε το δικαίωμα επαναπρόσληψης ( Στ.Γ. Βλαστος: Ατομ. Εργ. Δίκαιο, 1999) .
Εάν λοιπόν κατά τη νεκρά περίοδο καταγγελθεί από την εποχιακώς λειτουργούσα επιχείρηση, η σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος έχει τηρήσει τις για την επαναπρόσληψή του κατά την επόμενη περίοδο απαιτούμενες διατυπώσεις, οφείλεται στον τελευταίο η από το Ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σχέσης εργασίας. Για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση από τον - μετά την αρχική πρόσληψη – συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυόμενου, του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο εργαζόμενος μπορούσε να απασχοληθεί  σε  άλλο εργοδότη  (Α.Π.305/2011,1085/2006), ο δε υπολογισμός της αποζημίωσης του απολυόμενου γίνεται βάσει των αποδοχών της αμέσως προηγούμενης περιόδου απασχόλησής του (Α.Π. 1734/95, Εφ. Αθ. 5315/1994).

Εάν αντιθέτως υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Ν. 1346/83 «περί επαναπρόσληψης του ξενοδοχοϋπαλλήλου» και η επιχείρηση χωρίς να καταγγείλει τη σχέση εργασίας, δεν αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, μολονότι τηρήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις, τότε η επιχείρηση καθίσταται υπερήμερος, υποχρεούμενη να καταβάλλει στο μισθωτό τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας ( Α.Π.946/88).
(Έγγρ. Υπ.Εργασίας 13335/283/13-06-2014)

3 Μαΐ 2017

Επίσχεση εργασίας. Προϋποθέσεις, τρόπος άσκησης.

Επίσχεση εργασίας. Προϋποθέσεις, τρόπος άσκησης.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 Α.Κ., ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, να αρνηθεί δηλαδή να εκτελέσει την εργασία που έχει συμφωνήσει μαζί του, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του και ιδιαίτερα την καταβολή σε αυτόν των οφειλομένων αποδοχών ή την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, χωρίς η ενέργειά του αυτή να συνιστά οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του. (Α.Π. 373/2010)

Το δικαίωμα της επίσχεσης κατ΄ αρχήν ασκείται ατύπως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, η οποία είναι έγγραφη ή προφορική και απευθύνεται στον εργοδότη (Εφ. Αθ. 43/1996, Εφ. Θεσσ. 611/1995, Εφ. Αθ. 1497/1978).
Για να είναι όμως η δήλωση πλήρης και να επιφέρει τα έννομά της αποτελέσματα, πρέπει να είναι σαφής και να συναρτάται ρητώς προς ληξιπρόθεσμη υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη που να απορρέει από έγκυρη εργασιακή σύμβαση (Μ.Π.Θ. 15387/2011, Εφ. Αθηνών 43/1996). 
Στην περίπτωση αυτή παρότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν καθίσταται υπερήμερος σε αντίθεση με τον εργοδότη του, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε υπερημερία για όσο χρονικό διάστημα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου. 
Το δικαίωμα της επίσχεσης δεν πρέπει να ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή η άσκησή του δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (Μ. Π. Αθηνών 51/2012, Α.Π. 197/1995, Ολ. Α.Π. 32/1988, Α.Π. 1264/1986).
Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π.1153/2009).

Πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες αυτού, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους καθυστέρησης πληρωμής τους (Εφ. Θεσσ. 1130/1998)  Συνεκτιμάται επίσης το μέγεθος της ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση του πιο πάνω εργασιακού δικαιώματος, καθώς και ο χρόνος που αυτό ασκείται (Μ.Π.Θ. 15387/2011)
   
Εφόσον η επίσχεση είναι έγκυρη, τότε κατά το χρόνο που διαρκεί, ο μισθωτός δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας του, ενώ αντίθετα ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας και συνεπώς οφείλει το μισθό του χρόνου της επισχέσεως χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά της εργασίας (ΑΠ 1502/2010,ΑΠ 1153/2009,Εφ.Αθ. 5882/2007, ΑΠ 1209/1999, Εφ. Θεσ/κης 611/1995). 
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ. και του άρθρου 1 της αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 (ΦΕΚ 138/Α΄/2-6-1955), προκύπτει ότι μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη καταβαλλόμενη σε αυτόν πρόσθετη παροχή (Ολ. Α.Π. 40/2002,  Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 317/2010, Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 38/2011) . 
Από το μισθό αυτό ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τη χρηματική ωφέλεια που ο μισθωτός αποκόμισε αλλού κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας (Ειρ. Βόλου 447/1992, Μον. Πρωτ. Αθ. 1159/1994, ΑΠ 354/86, ΕΦ. Αθ. 9011/1996). 
Η υπερημερία του εργοδότη δεν αίρεται αν ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας αυτής, χρησιμοποιώντας τον ελεύθερο χρόνο που προέκυψε από την απόκρουση των υπηρεσιών του, παρέχει την εργασία του σε άλλον εργοδότη. Η υπερημερία του εργοδότη παραμένει, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος βρίσκεται σε ετοιμότητα να προσφέρει την εργασία του στον αρχικό εργοδότη. (ΑΠ 1180/1999)
   
Όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1344/2014) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται υπερήμερος (Μον.Πρωτ. Θεσ/κης 15387/2011,ΑΠ 1412/1986, Εφ. Θεσ/κης 611/1995)
Ο εργοδότης δικαιούται βεβαίως και ύστερα από νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση, (ΑΠ 1412/1986) πλην όμως αν έτσι εκδικείται τον εργαζόμενο για την επίσχεση, η απόλυση είναι καταχρηστική (Εφ. Αθ. 11510/1989,Μον. Πρωτ. Ιωαν. 828/1984  )

Όταν η επίσχεση εργασίας είναι άκυρη, ο μισθωτός καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας, διότι απουσιάζει αδικαιολογήτως και συνεπώς δεν δικαιούται το μισθό, δύναται δε να θεωρηθεί και ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας (Εφ. Θεσ/κης 81/2003, ΑΠ 1209/1999). 
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό των άρθ. 5§3 ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 ν. 4558/1930, και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βούλησης του εργαζομένου να λύσει την σύμβαση εργασίας του, δηλ. ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.
Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός την σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως καταγγελία από τον εργαζόμενο, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζομένου για την λύση της σύμβασης εργασίας. (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1342/2014, 1344/2014, 1303/2005)
Υπουργ. Εργασίας 198/10/06-02-2017

25 Απρ 2017

Η εργασία κατά την Πρωτομαγιά 2017. Τι ισχύει, πως πληρώνεται.

Η εργασία κατά την Πρωτομαγιά 2017. Τι ισχύει, πως πληρώνεται.

Η 1η Μαΐου ανήκει στις προαιρετικές αργίες, σύμφωνα με το ΒΔ 748/66. Με τον Α.Ν. 380/1968 δίδεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εργασίας, να ορίζει κάθε χρόνο με απόφασή του, την Πρωτομαγιά ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας. Φέτος, η 1η Μαϊου 2017 κηρύχθηκε υποχρεωτική αργία, με την υπ' αριθμ. 16072/310 (ΦΕΚ Β' 1307/13.4.2017) απόφαση της Υπουργού Εργασίας Ε. Αχτσιόγλου. 

Συνεπώς, κατά την ημέρα της Πρωτομαγιάς 2017, εκτός των επιχειρήσεων που επιτρέπεται να λειτουργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, απαγορεύεται η απασχόληση των εργαζομένων και η λειτουργία των επιχειρήσεων γενικότερα.

Εάν κατά την ημέρα αυτή δεν λειτουργήσει η επιχείρηση, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο θα πάρουν το ημερομίσθιό τους χωρίς καμιά προσαύξηση, ενώ οι αμειβόμενοι με μισθό θα λάβουν κανονικά τον μισθό τους.

Οι εργαζόμενοι που αμείβονται με ημερομίσθιο και θα εργαστούν την Πρωτομαγιά, δικαιούνται να λάβουν το ημερομίσθιο τους και  προσαύξηση 75% υπολογισμένη στο νόμιμο ωρομίσθιό τους για όσες ώρες απασχοληθούν. 

Για τους μισθωτούς, αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, που θα απασχοληθούν την Πρωτομαγιά διακρίνουμε τις παρακάτω περιπτώσεις: 
 Αν εργάζονται σε επιχειρήσεις που μπορούν  νόμιμα να λειτουργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, δικαιούνται μόνο την προσαύξηση του 75%, υπολογισμένη στο 1/25  του νόμιμου μισθού τους. Άλλη αμοιβή δεν δικαιούνται, αφού η αμοιβή τους για την απασχόληση κατά την αργία αυτή, θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον μηνιαίο μισθό τους. 
Αν πρόκειται για επιχειρήσεις που αργούν κατά τις Κυριακές και αργίες, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό θα λάβουν εκτός από την προσαύξηση 75% στο νόμιμο μισθό και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού τους.
Όσοι εργαστούν την Πρωτομαγιά 2017,  δεν δικαιούνται αναπληρωματική ανάπαυση, αφού αυτό  ισχύει, μόνο για τους απασχολούμενους τις Κυριακές. (Β.Δ. 748/66).

Να επισημάνουμε τέλος, ότι η Υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, κατέθεσε και εισηγήθηκε στη Βουλή, την Τρίτη 25 Απριλίου 2017, τροπολογία με την οποία καθιερώνεται πλέον η 1η Μαΐου ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας, ως ελάχιστος φόρος τιμής στους αγώνες και τις θυσίες της εργατικής τάξης, και παύει αυτό να βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του/της εκάστοτε Υπουργού. 

21 Απρ 2017

Πρόγραμμα υπολογισμού μισθών ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν. Χανίων 2017

Πρόγραμμα υπολογισμού μισθών ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν. Χανίων 2017
Πρόγραμμα  για τον υπολογισμό των αποδοχών των ξενοδοχοϋπαλλήλων για το 2017, που αμείβονται με την ΣΣΕ ξενοδοχοϋπαλλήλων ΠΕ Χανίων  (Π.Κ. 2/26.1.2017)
Αν ανήκετε σ' αυτή τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συμπληρώστε με προσοχή τα απαιτούμενα πεδία και δείτε άμεσα το μισθό που αντιστοιχεί στην ειδικότητά σας, για το 2017



Υπολογισμός μισθών Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων Κρήτης 2017

Υπολογισμός μισθών Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων Κρήτης 2017

Πρόγραμμα για online υπολογισμό των μισθών των οδηγών τουριστικών  λεωφορείων Κρήτης για το 2017, με βάση την υπ' αριθ.  ΠΚ 01/12-4-2017 ΤΕΕΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥΣυλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συμφωνήθηκε μεταξύ του Σωματείου Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων Κρήτης «Ο ΕΡΜΗΣ», του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Τουριστικών Λεωφορείων Κρήτης και του Συνδέσμου Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων Κρήτης. 
Η ισχύς της είναι από 1/4/2017 έως 31/3/2018
Συμπληρώστε τα πεδία της φόρμας, συμβουλευόμενοι την καρτέλα με τα επιδόματα για να δείτε ποιο επίδομα δικαιούστε και δείτε άμεσα το μισθό που σας αναλογεί

6 Απρ 2017

Πληρωμή Δωρόσημου Α΄τετραμήνου 2017 στους εργατοτεχνίτες οικοδόμους

Πληρωμή Δωρόσημου Α΄τετραμήνου 2017 στους εργατοτεχνίτες οικοδόμους

Στις 10/4/2017 αρχίζει από τα Υποκ/τα Μισθωτών του ΕΦΚΑ η καταβολή Δωροσήμου του Α' Τετραμήνου του 2017.

Η πληρωμή θα γίνει στο χρονικό διάστημα από 10/4/2017 μέχρι 26/4/2017, κατά τις ημερομηνίες 10, 11, 12, 24, 25 & 26/4/2017 εντός του πρωινού ωραρίου λειτουργίας των Υποκ/των.

Δικαιολογητικά πληρωμής

Αστυνομική Ταυτότητα ή Διαβατήριο.

Για τους απογραφέντες μέχρι 3/2/2002 η προσκόμιση ΔΑΤΕ ή Βιβλιάριο Εντολών Ασφάλισης ή Απόσπασμα Λογαριασμού Ασφαλισμένου.

Για τους απογραφέντες από 4/2/2002 και μετά η προσκόμιση της Βεβαίωσης Απογραφής Ασφαλισμένου ή Απόσπασμα Λογαριασμού Ασφαλισμένου.

Το δωρόσημο καταβάλλεται και μέσω Τραπεζών σε όσους οικοδόμους εκδήλωσαν επιθυμία και υπέβαλαν την σχετική αίτηση - δήλωση. Ειδικά για τους παραπάνω η κατάθεση του δικαιούμενου ποσού δωροσήμου στον τραπεζικό τους λογαριασμό θα πραγματοποιηθεί την 7/4/2017.

30 Μαρ 2017

ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΕΓΣΕΕ) 2017

ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΕΓΣΕΕ) 2017

Υπολογισμός αποδοχών ΕΓΣΣΕ online

ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 2017 

Στην Αθήνα, σήμερα την 30η Μαρτίου 2016, τα μέρη που υπογράφουν την παρούσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και συγκεκριμένα:

Αφενός

α) ο ΣΕΒ σύνδεσμος επιχειρήσεων και βιομηχανιών

β) η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.)

γ) η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας  (Ε.Σ.Ε.Ε.)

δ) ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ)

και αφετέρου η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ),

όλοι δια των νομίμων εκπροσώπων τους, συμφωνούν τα εξής:

ΑΡΘΡΟ 1

Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν τη σύναψη νέας ΕΓΣΣΕ για το έτος 2017.

Συμφωνείται ρητά ότι όλοι οι θεσμικοί όροι εργασίας, που θεσπίσθηκαν με τις προηγούμενες ΕΓΣΣΕ και τις αντίστοιχες Διαιτητικές Αποφάσεις, όπως ίσχυαν κατά τη διαδοχή τους, αποτελούν ενιαίο σύνολο και εξακολουθούν να ισχύουν. 

ΑΡΘΡΟ 2

Ευνοϊκότεροι όροι εργασίας που προβλέπονται από νόμους, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, συλλογικές συμβάσεις, διαιτητικές αποφάσεις, εσωτερικούς κανονισμούς, έθιμα, πρακτική της επιχείρησης ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, υπερισχύουν.

ΑΡΘΡΟ 3

Τα συμβαλλόμενα μέρη ρητά συμφωνούν ότι, εάν κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας ΕΓΣΣΕ με οποιονδήποτε τρόπο αρθεί οποιαδήποτε περιοριστική διάταξη, που έχει επιβληθεί με νομοθετική παρέμβαση στο περιεχόμενο της ΕΓΣΣΕ 2010-2011-2012, τότε θα ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθολογικών όρων της ΕΓΣΣΕ. 

ΑΡΘΡΟ 4

Στο Προσάρτημα Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας ΕΓΣΣΕ περιλαμβάνονται τα πεδία για τα οποία συμφωνούνται δράσεις των συμβαλλομένων μερών και αφορούν την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας και  την καταπολέμηση των διακρίσεων στους χώρους εργασίας.

ΑΡΘΡΟ 5

Τα συμβαλλόμενα στην ΕΓΣΣΕ μέρη εγκρίνουν το  κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία που εκπόνησε το Ελληνικό Ινστιτούτο για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία (ΕΛΙΝΥΑΕ) και το οποίο προσαρτάται στην παρούσα ΕΓΣΣΕ και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της (ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΙΙ)

Συμφωνούν επίσης να το υποβάλουν από κοινού στην Κυβέρνηση με σκοπό να υιοθετηθεί από αυτήν και να αποτελέσει το πλαίσιο των δημόσιων πολιτικών που θα ασκηθούν στο πεδίο αυτό και των σχετικών δράσεων των εθνικών κοινωνικών εταίρων. 

ΑΡΘΡΟ 6

Η ισχύς της παρούσας αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2017 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2017. 


20 Μαρ 2017

Μεταβίβαση επιχείρησης και δικαιώματα εργαζομένων

Μεταβίβαση επιχείρησης και δικαιώματα εργαζομένων
Κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002, ως μεταβίβαση επιχείρησης θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας, που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. 

Δεν επηρεάζει καθόλου ο διαφορετικός τίτλος, η μορφή ή ο μετασχηματισμός του νομικού προσώπου που γίνεται με την διάλυση του «μεταβιβάζοντος» και την σύσταση του «διαδόχου».
Το αυτό ισχύει έστω και αν ο νέος εργοδότης (διάδοχος) χρησιμοποιεί νέα γραφεία, νέες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, όταν μάλιστα έχει συμφωνηθεί με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι θα συνεχισθούν με αυτόν οι συμβάσεις του προσωπικού, το οποίο, είτε στο σύνολό του είτε μερικώς, έχει τοποθετηθεί στις ίδιες θέσεις. Δεν απαιτείται δηλαδή να υπάρχει νομικός δεσμός μεταξύ του «μεταβιβάζοντος» και του «διαδόχου». Αρκεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της αυτής επιχείρησης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει το στοιχείο της ταυτότητος της συνεχιζόμενης επιχείρησης με την οποία συνδέεται ο εργαζόμενος.
Η διατήρηση της ταυτότητας της μονάδας καθορίζεται κυρίως από στοιχεία όπως η ομοιότητα των δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση, η μεταβίβαση ή μη της φήμης και της πελατείας, η μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου των υλικών ή άυλων στοιχείων της παλαιός επιχείρησης στο διάδοχο φορέα κατά το χρόνο της μεταβίβασης κλπ.

 Στο πεδίο εφαρμογής του Διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2, εμπίπτουν:
 α) συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις ανεξαρτήτως του αριθμού των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματοποιηθούν,
 β) εργασιακές σχέσεις που διέπονται από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ και 
 γ) πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ. 

Στην περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης κατά το Π.Δ. 178/2002, ο διάδοχος εργοδότης υπεισέρχεται  αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ενεργές συμβάσεις του παλαιού (μεταβιβάζοντος) εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υποχρεώσεις θεωρούνται ως αναπόσπαστο μέρος της επιχείρησης και βαρύνουν και τον νέο εργοδότη. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο μεταβιβάζων εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλέγγυος και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο φυσικά που αναλαμβάνει ο διάδοχος (άρθρο 4).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του προεδρικού Διατάγματος, τόσο ο μεταβιβάζων όσο και ο διάδοχος εργοδότης, έχουν υποχρέωση  να πληροφορούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους που θίγονται από τη μεταβίβαση, για ορισμένα βασικά σημεία που αφορούν τους επιμέρους όρους και συνθήκες αυτής. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, εγκαίρως, συγχρόνως και εκ των προτέρων όλους τους εργαζομένους.

Κατόπιν των ανωτέρω, έχοντας υπόψη τις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 98/50/ΕΚ, του Π.Δ. 178/2002, τη διαμορφωθείσα νομολογία των Δικαστηρίων Δ.Ε.Κ. και Αρείου Πάγου (Οι 60/14, C-688/13, C-453/12, C-458/05, C-478/03, C-74/97, C-127/96, 0229/96, ΑΠ 77/2016, ΑΠ 318/1998) καθώς και την άποψη της θεωρίας, επισημαίνονται τα εξής:
Οι διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002 συνιστούν κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής (δημόσιας τάξης) οι οποίοι ισχύουν ανεξάρτητα από την θέληση των εμπλεκόμενων μερών. Συνεπώς, είναι απολύτως άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού περί μη εφαρμογής των προστατευτικών αυτών διατάξεων, καθώς και κάθε συμφωνία με άλλο αντικείμενο, η οποία όμως τείνει ή άγει στο ίδιο αποτέλεσμα. 
Δεν μπορούν δηλαδή, ακόμη και αν συναινούν από κοινού, να αποφασίσουν πως κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης δεν θα περιέλθουν στο διάδοχο οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμβάσεις του παλαιού εργοδότη και συνεπώς να στερηθούν οι εργαζόμενοι της προστασίας και γενικά των κεκτημένων δικαιωμάτων τους. 
Όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002 αποβλέπουν στο πραγματικό γεγονός της συνέχισης της αυτής επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας από το νέο εργοδότη. Ουδόλως δε επηρεάζει το γεγονός της  συνέχισης τυχόν προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης από τον παλιό εργοδότη και επαναλειτουργία της κατόπιν σύντομου χρονικού διαστήματος, από το διάδοχο. Δεν είναι δυνατόν, εξάλλου, να μην εφαρμοστούν οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ/τος 178/2002, σε περιπτώσεις που ο παλαιός εργοδότης παύει μεν για σύντομο χρονικό διάστημα την οικονομική και επιχειρηματική του δραστηριότητα, αλλά από το σύνολο των ενεργειών του προκύπτει σαφώς πρόθεση να εξακολουθήσει τον επιχειρηματικό του στόχο.
(ΣΕΠΕ 58455/15-3-2017)

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....

Κι άλλα θέματα από την κατηγορία....